Τρομακτικές Ιστορίες – Η Νύχτα στον Φωταγωγό των Πετραλώνων

Δεν ήταν κάποια σπάνια μέρα, ούτε τίποτα που θα περίμενε κανείς να το θυμάται — ένα απόγευμα της άνοιξης. Τότε, έμενα μόνος σ’ ένα ισόγειο διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Είχε έναν διάδρομο στενό, ένα σαλόνι που κοιτούσε σε μικρή αυλή και το υπνοδωμάτιο με παράθυρο προς τον φωταγωγό. Ένας κανονικός χώρος, λίγο υγρασία ίσως, κάτι παραπάνω από παλιό, αλλά βολικός για μένα εκείνον τον καιρό.

Η μέρα είχε πάει όπως όλες — δούλεψα, έκανα ψώνια, μάζεψα τα ρούχα. Μοναδικό παράξενο ότι, όταν μπήκα σπίτι νωρίς το απόγευμα, δεν άκουσα καθόλου φωνές από τους γείτονες. Το συνηθισμένο ήταν φωνές παιδιών από πάνω, νερά να τρέχουν από κάπου στον φωταγωγό, μουσική, κουβέντες, κάτι. Σκεφτόμουν ότι ίσως λείπανε ή κοιμόντουσαν.

Το απόγευμα προχώρησε τελείως ήσυχα. Το μόνο που μ’ ενόχλησε ήταν μια μυρωδιά αγνώριστη, κάτι ανάμεσα σε βρεγμένο χαρτί και παλιά καμμένη σοκολάτα. Πίστεψα ότι ίσως είχε μείνει κάτι στον φούρνο, αλλά όταν τον άνοιξα ήταν άδειος και καθαρός. Λίγο αργότερα η μυρωδιά εξαφανίστηκε, σχεδόν την ξέχασα.

Κατά τις επτά, έπιασα να βράσω ένα τσάι και κάθισα να χαζέψω κάτι στο λάπτοπ. Τότε ακούστηκε ένα θόρυβος από τον φωταγωγό — σαν να τράβηξε κάποιος μια καρέκλα στο ταβάνι. Δεν έδωσα σημασία, τέτοιοι ήχοι μες στην πολυκατοικία είναι σύνηθες φαινόμενο. Αλλά μετά, πέντε λεπτά αργότερα, ακούστηκε πάλι, μόνο που τώρα ήταν παρατεταμένος: σαν κάτι να γρατζουνάει, να συρθεί γερά σε κεραμίδι, ίσως; Αναρωτήθηκα άθελά μου αν θα μπορούσε να έχει μπει γάτα ή κάτι τέτοιο.

Ησύχασα λίγο όταν σταμάτησε. Όμως, μετά που βράδιασε, τα φώτα στον διάδρομο άρχισαν να ανοιγοκλείνουν, πολύ ήσυχα, όπως όταν χαλάει το ρελέ. Τα έβγαλα, τα ’κλεισα, τα ξανάβαλα στη θέση τους, τίποτα. Τελικά άφησα μόνο το φωτάκι του διαδρόμου — εκείνο που βάζουν στα παιδικά δωμάτια — να καίει. Δεν ήθελα να κυκλοφορώ τελείως στο μισοσκόταδο.

Γύρω στις δέκα ακριβώς, έπιασα να διαβάζω κάτι στο κρεβάτι. Ήμουν μόνος και ο ήχος του ψυγείου παρήγε εκείνη την ανεπαίσθητη ησυχία που κάνουν όλα τα σπίτια τη νύχτα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχαν περάσει ώρες και από πάνω δεν άκουσα τίποτα — ούτε ένα βήμα, ούτε μια βρύση να στάζει, ούτε χαμηλή μουσική. Τόσο απόλυτη ησυχία που μου φάνηκε αφύσικη.

Τότε, μες σ’ αυτή τη σιγή, άκουσα πάλι το γρατζούνισμα απ’ τον φωταγωγό. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο αργό, σαν κάτι να εξουθενώνεται στον τοίχο, να σκαρφαλώνει με δυσκολία. Πήγα και άνοιξα το παράθυρο προς τον φωταγωγό με μία μικρή αναλαμπή ανησυχίας, μπορεί και φόβου. Γύρισα το φως του κινητού προς τα μέσα, αλλά το φως διαλύονταν σε μια ομίχλη. Είδα μόνο το βρεγμένο σοβά, την υγρασία που μάζευε στις γωνίες, και ίσκιοι. Για μια στιγμή ορκίζομαι πως μύρισα πάλι εκείνη τη παράξενη μυρωδιά, πιο έντονη — βρεγμένη καμένη ζάχαρη αυτή τη φορά.

Γύρισα μέσα, κάπως ανήσυχος, αλλά πείσμωσα να μη δώσω σημασία. Κάθισα πάλι στο κρεβάτι. Και εκεί — χωρίς να το καταλάβω στην αρχή — ένιωσα ότι το στρώμα είχε μια παγωμάρα. Αρχικά σκέφτηκα πως είχα αφήσει το παράθυρο ανοιχτό, αλλά ήταν κλειστό. Κάθισα στην άκρη και τότε, σχεδόν αισθητά, ένιωσα ένα δροσερό ρεύμα να υφαίνεται χαμηλά, από κάτω μου. Έσκυψα, κοίταξα κάτω από το κρεβάτι, δεν είδα τίποτα.

Και ίσως εκεί θα σταματούσα. Θα το έλεγα απλώς ανήσυχο βράδυ. Αλλά γύρω στις έντεκα, εκεί που νόμιζα πως άρχισα να νυστάζω, άκουσα βήματα στον διάδρομο — ξερά, μάλλον βαριά, σαν να μην πατάει άνθρωπος αλλά ούτε και ζώο, κάτι πιο ασαφές. Πρώτη μου σκέψη ήταν πως κάποιος μπήκε, μα όλα τα παράθυρα και η πόρτα ήταν κλειδωμένα. Περίμενα ν’ ακούσω δεύτερα βήματα, τίποτα.

Τότε πρόσεξα στον τοίχο απέναντι, ένα σκοτεινό σημάδι, μια σκιά που δεν ταίριαζε με τίποτα στον υπόλοιπο χώρο. Ήταν σαν γραμμή αχνή — φανερωνόταν μόνο υπό μια γωνία του φωτός απ’ το μικρό φωτάκι μου. Και, για μια μόνο στιγμή, είδα κάτι σαν σκιά να κινηθεί — να γλιστρήσει σιωπηλά απ’ το ένα άκρο του τοίχου ως το άλλο. Ή μήπως ήταν ένα παιχνίδισμα απ’ το μυαλό μου; Δεν ξέρω. Την ώρα που πήγα να φωνάξω, ένας ήχος ξεσκέπασε τα πάντα — το παλιό μου ρολόι, εκείνο το σοβαρό, ακριβές, σταμάτησε. Ο δευτερολεπτοδείκτης έτρεμε, έκανε ένα σαν σπασμωδικό “τακ” και έμεινε.

Κοντοστάθηκα, περίμενα ν’ ακούσω κάτι ακόμα. Για λίγο, ήμουν ξαφνικά βέβαιος πως πέρασε κάτι από τον διάδρομο — σαν ο αέρας του χώρου να έγινε βαρύς και δύσκολος στην αναπνοή. Βγήκα σιγά στον διάδρομο, πρόσεξα το φωτάκι που ανοιγόκλεινε αργά, σχεδόν ρυθμικά, και μέσα στην ημιφωτισμένη μισοσκότεινη λωρίδα είδα κάτι παράξενο: Στη μέση, στο πλακάκι, υπήρχαν μερικές σταγόνες νερό, αλλά το πλακάκι κάτω τους ήταν πιο σκουρόχρωμο — σαν αυτές οι σταγόνες να είχαν λιώσει κάτι, σαν να χάραξαν τη σκιά τους μέσα στο δάπεδο.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα, σιγανά και κοφτά, μια ανάσα έξω από την πόρτα της κουζίνας — κάτι σαν βαθύ αναστεναγμό, κι ύστερα μια πολύ ήσυχη, μακρόσυρτη ψιθυριστή φωνή. Δεν ξεχώριζα λέξεις, μάλλον μουρμουρητό, σαν να ψιθύριζε κάποιος το όνομά μου αλλά με τον τρόπο που το λες όταν το ξεχνάς.

Κοίταξα προς την κουζίνα — και δεν είδα τίποτα. Μόνο το ρολόι με σταματημένο δείκτη, και τη μυρωδιά να επιστρέφει, θολή, παμπάλαιη.

Έμεινα ακίνητος εκεί, στο απόλυτο τίποτα, με κομμένη ανάσα, όσο κράτησε — δεν ξέρω πόση ώρα. Μόνο όταν ξημέρωσε, κι ο πρώτος ήχος από έξω με βεβαίωσε πως ζει ο κόσμος, μπόρεσα να κινηθώ.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Βασιλική.