Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα που η σιωπή γέμισε υγρασία και σκιές

Είναι περίεργο πώς μια τελείως συνηθισμένη μέρα μπορεί να γυρίσει και να σε σημαδέψει για πάντα. Ήταν τέλη Οκτώβρη πέρυσι. Ήμουν μόνος στο σπίτι· η Ελένη είχε πάει στους γονείς της στο χωριό και εγώ δούλευα από το σπίτι. Τίποτα δεν προμήνυε ότι θα συνέβαινε το οτιδήποτε. Λίγο ψιλόβροχο έξω, μουντός ουρανός, ο γνωστός ήχος των αδειανών διαμερισμάτων του φθινοπώρου.

Είχα αφήσει μισό φλυτζάνι καφέ δίπλα στο λάπτοπ και χαζεύοντας τα μέηλ, συνειδητοποίησα ότι είχε πέσει μια περίεργη σιωπή στο σπίτι. Συνήθως ακούω τους γείτονες, μουσική απέναντι ή κάνα βαρύ ποτήρι που σέρνεται στη βεράντα του από πάνω. Τίποτα εκείνη την ώρα. Αντίθετα, ένιωσα μια περίεργη ανάλαφρη υγρασία. Όχι από τη βροχή – αυτή δεν μυρίζει έτσι. Ήταν σαν να μύριζε το ψυγείο όταν φεύγουν όλα κρυφά από μέσα του για λίγο.

Πήγα στην κουζίνα να ψάξω αν κάτι έχει χαλάσει, αλλά όλα ήταν εντάξει. Και τότε, για πρώτη φορά, ένιωσα ότι δεν ήμουν μόνος. Είναι αυτό το συναίσθημα που σε τσιμπάει ανάμεσα στις ωμοπλάτες, πριν γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Δεν το σκέφτηκα άλλο – μάλλον ήταν το στρες, είπα. Έβαλα πλυντήριο, μάζεψα κάτι ρούχα, πήγα στο υπνοδωμάτιο.

Εκεί άκουσα μια σταγόνα να πέφτει. Έμεινα να κοιτάω το παράθυρο – ήταν εντελώς στεγνό. Και τότε είδα στο πάτωμα, πλάι στο κομοδίνο, μια μικρή λιμνούλα νερό. Μία. Μόλις είχα δουλέψει στην κουζίνα· δεν είχα πατήσει πουθενά με βρεγμένα παπούτσια. Άγγιξα με το δάχτυλο. Ήταν παγωμένο, σαν πάχος Νοέμβρη. Μύριζε κάπως πλαστικό, αλλά και μπαγιάτικο.

Άρχισα να θυμώνω, γιατί κάτι τέτοια, αν τα αφήσεις, βγάζουν μούχλα. Έφερα χαρτί, το σκούπισα κι εκεί αποκόλλησα κατά λάθος ένα μικρό κομμάτι ξύλο από το πάτωμα. Το ανάποδο του, υγρό, είχε τυλιχτεί με τρίχες μαύρες. Τις κοίταξα καλά: κοντές, σα να βγήκαν από ανθρώπινο κεφάλι – όχι ζώου.

Εκείνη τη στιγμή το κινητό μου έκανε ένα «κλικ» μέσα στο σαλόνι. Δεν είχα βάλει καμία ειδοποίηση. Το πήρα, και στον φάκελο φωτογραφιών είχε αποθηκευτεί ένα παλιό ψαρωτικό πορτρέτο: η Ελένη, να κοιτάει το φακό, στο μισό σκοτάδι, χαμογελαστή με μια μαύρη γραμμή να πέφτει στη μύτη της. Δεν είχα βγάλει πορτρέτο σήμερα. Και η Ελένη έλειπε – μου είχε στείλει μήνυμα, “έφτασα στους δικούς μου, μπήκαμε.” Κι όμως, η φωτογραφία ήταν χρονικά στιγματισμένη “πριν 2 λεπτά”.

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είχε κάπως βαρύνει. Μια αλλόκοτη ησυχία, ούτε θόρυβος ούτε οι συνήθεις μεταλλικοί ήχοι των σωληνώσεων. Τίποτα. Άδειο. Και τότε, ένα ελαφρύ σύρσιμο στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν κλειστή. Είχα νευριάσει με τα ρεύματα, που λέμε. Σηκώθηκα, πήγα, και όταν έβαλα το χέρι να γυρίσω το πόμολο, ένιωσα ένα παγωμένο ρεύμα να μου περνάει στα δάχτυλα, να μένει εκεί. Όπως όταν πιάνεις νερό παγωμένο, κι αργεί να ξεπαγώσει.

Το άφησα, γύρισα προς το σαλόνι και τότε στην τηλεόραση – που ήταν σβηστή – είδα στο μαύρο τζάμι της μια ασαφή φιγούρα. Πολύ θολή· νομίζεις, με το μισό μάτι, ότι είναι το αντεστραμμένο σου είδωλο – αλλά δεν κουνήθηκε όπως εγώ. Έμεινε εκεί, σα να παραμόνευε. Έσκυψα, τέντωσα τα μάτια μου – τίποτα. Έκανα δυο βήματα πίσω∙ είχα πια πείσει τον εαυτό μου ότι έχω νευρική κρίση ή ότι κάτι δεν πάει καλά με τον ύπνο μου.

Ήταν τότε που άρχισα να προσέχω μικρά πράγματα. Το βάζο στο τραπέζι της κουζίνας ήταν γυρισμένο το άλλο μέρος. Μια καρέκλα είχε τραβηχτεί παράξενα, σαν να είχε καθίσει κάποιος που ήθελε να κοιτάει έξω το παράθυρο. Και η θήκη με τα κλειδιά, που πάντα βάζω πάνω στον πάγκο, βρισκόταν στο χολ, κάτω από τον καθρέφτη – με τα κλειδιά πεταμένα στο πάτωμα σαν να τα άφησαν με βιασύνη.

Έκανε κρύο, κι ας είχα τα παράθυρα κλειστά. Το φως της κουζίνας αναβόσβησε για λίγο. Πήγα να το φτιάξω, αλλά αισθάνθηκα πάλι εκείνο το βάρος, σα να κοιτάει κάποιος από πάνω σου, λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι, και να αναπνέει ρηχά. Γύρισα αργά και αυτή την φορά είδα – καθαρά πλέον – μια φιγούρα θολή, λες και ήταν σφραγισμένη μέσα από τζάμι τρεμάμενο, να στέκεται ακριβώς εκεί που είχα δει πριν το βούλωμα της υγρασίας. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω χαρακτηριστικά, αλλά το κεφάλι έγερνε λοξά, σαν να παρατηρούσε, με υπομονή.

Δεν υπήρχε θόρυβος, μόνο το παλμικό φως που τρεμόσει. Ρίξα κάτι βιαστικά πράγματα σ’ ένα σακίδιο και άκουσα το κινητό μου να χτυπάει. Μην ξεκινάτε, σας λέω, να ψάχνετε λογικές εξηγήσεις. Πήρα το τηλέφωνο και αντί να δω όνομα, είχε στην οθόνη μια πρόσοψη: το διαμέρισμά μας, από κάτω, νύχτα. Πατώντας το, άκουσα κάτι σαν ανάσα, βαριά, γέρικη, μπλεγμένη με βρόχινο αέρα. Δεν άντεξα. Βγήκα έξω, στη βροχή, και πήγα στην καφετέρια της γειτονιάς μέχρι να ξημερώσει.

Την επόμενη μέρα γύρισα για να πάρω ρούχα και να δω, ψύχραιμα, τι είχε γίνει. Τίποτα. Η υγρασία είχε εξαφανιστεί, το βάζο είχε γυρίσει στη θέση του, τα κλειδιά όμως έλειπαν. Βρήκα μόνο μια μαύρη τρίχα, κολλημένη στον καθρέφτη. Δεν ήμουν έτοιμος να ξαναμείνω μόνος εκεί μέσα για ένα διάστημα. Από τότε όταν πέφτει πολλή σιωπή στο σπίτι, ακούω, πολύ αμυδρά, το ίδιο ρεύμα — το ίδιο σχεδόν σώμα, πίσω μου.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.