Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα που δεν ξαναγύρισα στο διαμέρισμα της Κυψέλης

Εκείνο το βράδυ, γύρισα στο παλιό μου διαμέρισμα στην Κυψέλη μετά από μια κουραστική βάρδια στο μαγαζί. Δεν είχε κάτι διαφορετικό. Δευτέρα, θυμάμαι, τέλη Οκτώβρη. Είχε μια ψύχρα, μύριζε λίγο υγρασία στις σκάλες, όπως πάντα. Είχα ξεχάσει να πάρω κλειδιά, και μου φάνηκε κάπως περίεργο πώς η πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε μόνη της πριν προλάβω να χτυπήσω. Υπέθεσα πως κάποιος έβγαινε και δεν τον είδα – δεν έκανα σκέψη δεύτερη, τότε.

Ανέβηκα με τον παλιό ανελκυστήρα, εκείνο το κουτί με τον ήχο που γεμίζει το κεφάλι σου σα σκουριασμένη ανάσα. Τα φώτα στο διάδρομο τρεμόπαιζαν, αλλά αυτό συνέβαινε συχνά. Μπήκα μέσα, άφησα τη σακούλα με τα ψώνια στο τραπέζι, και μόλις έκλεισα την πόρτα ένιωσα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα αέρα, σαν κάποιος να βγήκε πριν λίγο από το σπίτι – περίεργο γιατί είχα σφραγισμένα παράθυρα. Δεν έδωσα σημασία. Πήγα να φτιάξω τοστ.

Αυτό που μου φάνηκε κάπως ήταν τα παπούτσια μου. Τα άφηνα πάντα δίπλα στην πόρτα – τώρα το ένα ήταν κάτω απ’ το καλοριφέρ. Πέρασα πάλι απ’ το μυαλό μου αν είχα βιαστεί το πρωί, αν τα κλώτσησα φεύγοντας. Και πάλι, έκανα ότι δεν έγινε τίποτα. Έφαγα, έβαλα ένα ποτήρι κρασί, έκατσα να δω τηλεόραση.

Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Μάλλον λάθος, είπα, και άφησα να πέσει στη σίγαση. Μόνο που μετά από λίγο άκουσα κάτι παράξενο. Κάτι σαν τρίξιμο από το βάθος του διαδρόμου. Η κουζίνα μου έχει ένα μικρό παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο – εκεί μέσα, τις βροχερές νύχτες, ο ήχος αλλοιώνει τα πάντα. Πήγα προς το διάδρομο∙ το τρίξιμο δυνάμωνε με ρυθμό παράξενου ρολογιού. Σκεφτόμουν μήπως είχε τρυπώσει κάνα ποντίκι – πριν δύο βδομάδες είχα δει σημεία.

Άνοιξα το φως. Περιέργως δεν άναψε. Έψαξα λίγο στα τυφλά. Άρχισα να νιώθω μια κίνηση στον αέρα – σαν να άλλαζε ελαφρά η θερμοκρασία γύρω μου, σα να βγήκα σε υγρή καταπακτή. Πάλι είπα όχι, φαντάζομαι. Πήγα στο υπνοδωμάτιο, άναψα τη λάμπα. Δούλεψε. Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού. Τότε πήρα χαμπάρι ότι το κινητό μου έγραφε τέσσερα χαμένα τηλεφωνήματα, πάλι από τον ίδιο αριθμό, πάντα χωρίς όνομα.

Διάλεξα να αγνοήσω. Άνοιξα το λάπτοπ να βάλω μουσική. Τότε ακούστηκε πάλι. Όχι το τρίξιμο. Κάτι σαν ξερό σούρσιμο, πολύ αργό, από το σαλόνι προς το διάδρομο. Το αίμα μου πάγωσε, ακινητοποιήθηκα σαν ζωντανό ξύλο. Σκέφτηκα μήπως άφησα το παράθυρο ανοιχτό και πήρε τα χαρτιά, μήπως κάτι έπεσε. Έκανα να σηκωθώ, μισά με βήμα, μισά με αναπνοή, ανάμεσα σε δισταγμό και απόφαση. Ησυχία.

Κοιτάζω το ρολόι. Δείχνει 01:12. Δεν θυμάμαι να ήταν τόσο αργά. Η λάμπα στο κομοδίνο αρχίζει να τρεμοπαίζει. Εστιάζω στη σκιά απέναντι από την πόρτα, σ’ ένα σημείο που νομίζω πως πάντα κάτι ξεπροβάλλει όταν νυστάζω. Τώρα όμως το σχήμα δεν μοιάζει με κάτι γνωστό. Σαν να κάνει ένα βήμα μπρος κι ύστερα να μένει ακίνητο. Θυμάμαι, παλιά στο κυλικείο του σχολείου, πώς έπαιζε ο αέρας με τις κουρτίνες και σε έπειθε ότι κάτι είχε μέσα το σκοτάδι. Μόνο που τώρα δεν είχε αέρα, ούτε κουρτίνα. Τίποτα να κουνήσει τη σκιά. Κι όμως μεγάλωνε, γεμίζοντας σιγά σιγά το πλαίσιο της πόρτας του δωματίου.

Κάθε τρίξιμο γίνεται παύση ανάμεσα στη δική της ανάσα και τη δικιά μου. Έπιασα το πόμολο, αλλά δεν το γύρισα. Κάτι στο ένστικτό μου έλεγε να μην κάνω θόρυβο. Άρχισαν να περνάνε στη μνήμη μου όλες οι στιγμές μέσα στο σπίτι: πού μπορεί να κρυφτεί άνθρωπος, πίσω απ’ τα ντουλάπια, κάτω απ’ το τραπέζι, πίσω απ’ το παραβάν που δεν χρησιμοποιώ πια. Άκουγα τώρα καθαρότατα: κάποιος περπατούσε ξυπόλητος, αργά αργά, στο διάδρομο. Δεν είχα αφήσει την πόρτα ξεκλείδωτη.

Το φως του σπιτιού άναψε απότομα• το σκοτάδι τραβήχτηκε σα βρεγμένη κουβέρτα και το μόνο που είδα ήταν το ίχνος μιας κίνησης να χάνεται πίσω από το ψυγείο. Πετάχτηκα πάνω, φώναξα χωρίς να ακουστώ. Άρπαξα το κινητό να καλέσω την αστυνομία, αλλά το σήμα είχε χαθεί. Προσπάθησα να σταθώ ήρεμος, να σκεφτώ ότι μπορεί κάτι να μπήκε από το παράθυρο, κάποιος να τρύπωσε. Δίπλωσα τα δάχτυλά μου από νευρικότητα.

Ήμουν μόνος, το ήξερα βαθιά. Και όμως, όσο κι αν γύριζα τα δωμάτια, κάτι στο δωμάτιο του μπάνιου δεν με άφηνε να μπω. Άφησα την κουρτίνα κλειστή• δεν ήθελα να αντικρίσω το είδωλο στον καθρέφτη με τέτοιο φως. Θυμήθηκα πως παλιά άκουγα για κουρτίνες που έκρυβαν πόρτες προς στόματα άλλα. Σκεφτείτε το: Ένα κομμάτι πανί, κι όμως ποτέ δεν θες να το τραβήξεις βράδυ μόνος.

Πήγα ξανά προς το υπνοδωμάτιο, να πάρω κλειδιά και παπούτσια. Τα βρήκα δίπλα στην πόρτα, στη σωστή θέση. Μόνο που μπροστά στην εξώπορτα τώρα ήταν ακουμπισμένο το κουτί με φωτογραφίες της μητέρας μου που είχα βάλει στην αποθήκη πριν τρία χρόνια. Ήξερα ότι κανείς δεν το είχε αγγίξει από τότε. Και το σπουδαιότερο – τα παλιά εκείνα χτενάκια της που δεν θυμόμουν καν ότι υπήρχαν, ήταν απλωμένα στη σειρά, προσεκτικά, ανάμεσα σε κάτι χαρτοπετσέτες, όπως ακριβώς τα είχε πριν πεθάνει.

Σταμάτησα να αναπνέω για λίγο. Τελείως. Σκέφτηκα να φωνάξω, αλλά κάτι πάγωσε στο λαιμό μου. Το φως έσβησε πάλι. Ήχος ποδιών, τρεμούλα σε κάθε ελατήριο του σπιτιού. Δεν γύρισα να δω. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω – δεν κλείδωσα πίσω μου. Κατέβηκα σχεδόν σιγά στο δρόμο, σαν να με ακολουθεί κάτι, σαν να μην θέλω να ταράξω τη σιωπή που με σκέπαζε μέχρι το κόκκαλο.

Δεν ξαναγύρισα το βράδυ εκείνο. Ούτε την επόμενη μέρα. Το διαμέρισμα ακόμα το πληρώνω, αλλά το αποφεύγω όσο μπορώ. Ίσως κάτι έσπασε τότε μέσα μου, ίσως το σπίτι κλείδωσε πάλι τη σκιά που περιμένει στ’ αλήθεια να επιστρέψω.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Λένα.