Εκείνο το βράδυ, δεν είχα κάτι ιδιαίτερο να κάνω. Ξεκίνησε ήσυχα, όπως όλες οι Παρασκευές του Οκτώβρη, με τον ουρανό βαριά κλειστό και την υγρασία να πιάνει το πεζοδρόμιο της παλιάς γειτονιάς μου. Ήθελα βόλτα, να καθαρίσω το μυαλό. Οι δρόμοι στη γειτονιά μας ήταν ήσυχοι από πάντα, μόνο σκυλιά ακούγονταν κάπου μακριά. Άναψα τσιγάρο και κατέβαινα νωχελικά τα σκαλιά – ήταν τα παλιά, ξύλινα, που τρίζαν όποτε περπατούσες αργά, σαν να ‘θελαν να φωνάξουν πως κάποιος περνάει.
Έξω, ένα αχνό πορτοκαλί από τα φώτα των στύλων απλωνόταν στις βιτρίνες των κλειστών παντοπωλείων. Τέτοια ώρα, μόνο το περίπτερο κάτω από την πλατεία είχε φως. Στο μικρό καφενεδάκι δίπλα – δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε – έχουν μείνει σαν παλιό στολίδι, μια γριά πίσω απ’ τον πάγκο, ένα ραδιόφωνο που παίζει λαϊκά και λίγοι θαμώνες να μιλούν ψιθυριστά. Τους χαιρέτησα με νεύμα και πήρα τον δρόμο πίσω απ’ το γεφυράκι, προς το πάρκο. Εκεί ήταν τα δέντρα, κάτι που πάντα με ηρεμούσε.
Θυμάμαι, απόψε είχε μια παράξενη υγρασία, όχι συνηθισμένη. Μύριζε νοτισμένο χαρτί και καμένο ξύλο, αν και κανείς δεν έχει τζάκι σ’ εκείνη την πλευρά. Άκουγα μόνο τα βήματά μου στα χαλίκια. Είχανε ρίξει πέτρες στο μονοπάτι, μα ποτέ δεν τις στρώσανε καλά. Ήμουν μόνος, αυτό σκεφτόμουν, ώσπου ένιωσα μικρά τσιμπήματα στο σβέρκο, σαν να με παρακολουθεί κάποιος. Κοίταξα πίσω — τίποτα, ούτε ψυχή. Συνέχισα.
Πέρασα δίπλα από τον παλιό παιδότοπο. Τα παιχνίδια εκεί ήταν παρατημένα, λυγισμένες τσουλήθρες, σκουριασμένες κούνιες που, περιστασιακά, έτριζαν στον αέρα από μόνες τους, αν τις φυσούσε το αεράκι. Απόψε όμως δεν φυσούσε, παρ’ όλο που μία κούνια κουνιόταν ελαφρά, λες και κάποιος είχε μόλις αφήσει το κάθισμα.
Θέλησα να πιάσω το κινητό, μα η μπαταρία είχε ήδη σβήσει, χωρίς να το έχω καταλάβει. Δεν το σκέφτηκα πολύ – προς τα δέντρα, στο βάθος υπάρχει ένα παγκάκι, λίγο στραβωμένο, ιερό για εμάς τους ντόπιους που μεγαλώσαμε εκεί. Έκατσα, κοίταξα ψηλά. Τίποτα αλλόκοτο. Και όμως, κάτι στο πλάι, ένα σιγανό σύρσιμο πάνω στα φύλλα, χωρίς να φυσάει, με έκανε να κοκαλώσω.
Στην αρχή νόμιζα κάποιο ζώο. Περίμενα να δω σκιά γάτας ή αρουραίου, αλλά δεν φάνηκε τίποτα. Το σύρσιμο πηγαινοερχόταν. Προσπάθησα να κάνω θόρυβο, να διώξω όποιο ζωύφιο – τίποτε. Σηκώθηκα. Καθώς πάταγα πάνω στα φύλλα, αντί να ακουστεί ο γνωστός ήχος, για μια στιγμή ένιωσα να βουλιάζω λίγο παραπάνω στο χώμα – σαν κάποιος να είχε χαλαρώσει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Τράβηξα νευρικά το παπούτσι μου, λες και κάτι μου το κράταγε. Δεν ήθελα να κάτσω άλλο εκεί.
Πήρα τον κυκλικό δρόμο του πάρκου, κρατώντας στο νου μου πως το σπίτι απέχει πέντε μόλις λεπτά. Μα όσο περπατούσα, τα βήματα μου αντηχούσαν παράξενα. Δεν ήταν ο δικός μου ρυθμός· κάθε τόσο, μια παύση, μετά ένα τραβηγμένο τρίξιμο απ’ το χώμα, σαν παλιές λιωμένες σόλες να σύρνονται πίσω μου. Σταμάτησα. Ακινησία. Ξανάρχισα – ξανά, αργό, ψιλό βήμα από πίσω, όχι πάνω στο χαλίκι, αλλά στο βρεγμένο φύλλωμα.
Γύρισα απότομα. Ούτε ψυχή. Ούτε ήχος πια. Πλησίασα τα δέντρα — ήταν πυκνά, μα ο φωτισμός απ΄το φανάρι φώτιζε λίγο. Κάτι γυάλιζε στο χώμα. Ένα κομμάτι καθρέφτης, σπασμένος, χωρίς πλαίσιο, φυτεμένο σχεδόν κάθετα στο χώμα. Μα δεν θυμόμουν να υπήρχε ποτέ κάτι τέτοιο εδώ. Κοντοζύγωσα, και για μισό δευτερόλεπτο, είδα μια σκιά να περνάει πίσω μου. Μόνο η αντανάκλαση, τίποτε άλλο — καμία φιγούρα γύρω μου.
Οι σκιές άλλαζαν αργά μορφή στα κλαδιά. Δεν ξέρω αν ήταν ο αέρας ή τα μάτια μου. Κάθισα στις φτέρνες μου. Μια φωνή, χαμηλή και στραγγισμένη, σα να έρχεται από βάθος, κάτι σαν γέλιο ή ψίθυρος ακατάληπτος, έκανε το στομάχι μου να σφίξει. Δεν είδα τίποτα, αλλά το ένιωθα στο στήθος μου. Ένας εκνευρισμός, μια επίμονη αίσθηση παρουσίας, σχεδόν σωματική — όπως όταν σε καρφώνει κάποιος με τα μάτια από απέναντι.
Έκανα να φύγω πιο γρήγορα. Κάθε τόσο το ίδιο, μια αντήχηση βήματος που δεν ταίριαζε με το δικό μου. Με κάθε γρήγορο βήμα, ένας φευγαλέος ήχος από κάτι που τραβιέται πίσω μου, πάντα στη χειρότερη σιγή. Έφτασα σχεδόν στην έξοδο, αλλά ο δρόμος για πρώτη φορά φαινόταν να μην τελειώνει. Το φανάρι της πλατείας, που θα έπρεπε να φαίνεται ήδη, είχε σβήσει τελείως. Μόνο ένα κόκκινο λαμπάκι φώτιζε χαμηλά, δεν κατάλαβα ποτέ από πού ερχόταν.
Για μια ακόμη φορά ένιωσα την υγρασία στο λαιμό σαν χέρι που με τραβούσε. Τρέχοντας σχεδόν, βγήκα στο άνοιγμα, λαχανιασμένος. Τότε, σε εκείνο το σκοτεινό παγκάκι, είδα για ελάχιστα δευτερόλεπτα μια φιγούρα καθισμένη, καμπουριασμένη, με τα χέρια στα γόνατα, να κοιτάει προς το χώμα. Δεν γύρισε ποτέ το κεφάλι. Μόνο σηκώθηκε αργά και άρχισε να κάνει τον γύρο του πάρκου, ολόιδια με τα βήματα που άκουγα πριν.
Δεν ξέρω πώς έφτασα σπίτι. Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Την επόμενη μέρα ξαναπέρασα από το σημείο, πρωί-πρωί, με τους ήχους της πόλης ζωντανούς και ανθρώπινους. Το παγκάκι φαινόταν κανονικό, μα το κομμάτι καθρέφτη δεν υπήρχε πουθενά. Κανείς δεν είδε τίποτα, κανείς δεν άκουσε τίποτα.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Έλενα.