Εκείνη τη μέρα δεν είχα καμία διάθεση για δουλειά. Ήταν, θυμάμαι, αρχές Μάρτη—κρύο αλλά λιακάδα, με εκείνο το φως που κάνει τα πάντα να μοιάζουν καθαρά, αλλά με ένα ψύχος να τρυπάει τα χέρια σου αν ξεχαστείς. Την προηγούμενη βραδιά δεν είχα κοιμηθεί καλά, με κάτι περίεργα όνειρα να με ταλαιπωρούν. Ξύπνησα, έβρασα καφέ, και έριξα μια ματιά στο κινητό: τίποτα άξιο λόγου. Το σπίτι μου βρίσκεται σε μια γωνία της πόλης που ήθελα από μικρός—πολυκατοικία του ’70, τρίτος όροφος, γείτονες κυρίως ηλικιωμένοι. Εκείνη την Πέμπτη όμως, όλα μού φαίνονταν λίγο πιο σιωπηλά απ’ ό,τι συνήθως.
Έβαλα πλυντήριο, μάζεψα κάτι ρούχα, και μετά πήγα να ανοίξω το παράθυρο της κουζίνας. Ήταν κάτι στο φως—κάτι σαν να έσπαγε η σιγή, όχι με θόρυβο, αλλά αντίστροφα, σαν να έμπαινε σιωπή από έξω. Στην πολυκατοικία υπάρχει μια μικρή εσωτερική αυλή, πνιγμένη στους κάδους και στις ξεχασμένες γλάστρες που δεν πότισε ποτέ κανείς. Εκείνη την ώρα, είδα το παράξενο: η κουβέρτα που είχα απλώσει το βράδυ στην ταράτσα, δεν ήταν εκεί. Κοίταξα καλύτερα· πουθενά. Σκέφτηκα ότι θα την πήρε ο αέρας, αλλά δεν υπήρχε ίχνος της στην αυλή.
Το προσπέρασα βιαστικά. Είσαι κουρασμένος, είπα στον εαυτό μου. Καμιά φορά έτσι αρχίζουν όλες οι μικροανησυχίες.
Το μεσημέρι, κανόνισα να κατέβω μέχρι το μανάβικο πιο κάτω, να πάρω δυο πράγματα. Στον διάδρομο της πολυκατοικίας συνάντησα τον κύριο Αποστόλη από το ισόγειο. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, μάλλον από το τσιγάρο. Χαιρέτησα, αλλά δεν μου απάντησε—ήταν από αυτούς που κάνουν ότι δεν σε βλέπουν αν δεν θέλουν κουβέντα. Όμως, την ώρα που έφτασα κοντά στην πόρτα, τον άκουσα να ψιθυρίζει σχεδόν: “Έχεις χάσει τίποτα;”. Γύρισα, αλλά ήδη είχε ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματός του και είχε μπει μέσα.
Μόλις βγήκα στον δρόμο, όλα έμοιαζαν κανονικά. Πήρα τα ψώνια και γύρισα σπίτι, όταν όμως πήγα να αφήσω τη σακούλα στον πάγκο, ένιωσα μια παράξενη ανατριχίλα· σαν να το είχε δροσίσει απότομα μέσα στο σπίτι. Έκλεισα τα παράθυρα, αλλά η αίσθηση δεν έλεγε να φύγει. Έβαλα λίγο ραδιόφωνο, μπας και σπάσει η σιωπή, γιατί, χωρίς υπερβολή, η σιγή μέσα στο σπίτι ήταν άλλη από κάθε άλλη μέρα. Σαν να μην ανήκε σ’ αυτό τον τόπο.
Το απόγευμα κάθισα να δουλέψω λίγο στον υπολογιστή. Κάπου στο ενδιάμεσο σηκώθηκα να πατήσω καφέ, και τότε το άκουσα: κάτι σαν τριξίματα, όχι από τα έπιπλα, αλλά πιο βαριά, πιο μακρόσυρτα, απ’ το βάθος τού διαδρόμου, εκεί που τελειώνει ο τοίχος με την παλιά ντουλάπα. Δεν ζει κανείς απ’ την άλλη μεριά—είναι έρημο το διπλανό διαμέρισμα. Στάθηκα λίγο να αφουγκραστώ, και το τρίξιμο σταμάτησε απότομα, σα να κατάλαβε ότι το προσέχω.
Πήγα να πλυθώ με κρύο νερό για να ταρακουνηθώ. Στον καθρέφτη, το φως έριχνε σκιές στο πρόσωπό μου που έκαναν το δωμάτιο να φαίνεται μακρύτερο, βαθύτερο. Για μια στιγμή νόμισα πως είδα πίσω μου, στο βάθος, στη μισάνοιχτη πόρτα του χωλ, κάτι να περνάει. Όχι μορφή—κάτι σαν ξάφνιασμα, σαν να κινήθηκε το σκοτάδι λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει. Γύρισα και δεν ήταν τίποτε.
Ως το βράδυ όλα έμοιαζαν να επανέρχονται στη φυσιολογική υπνηλία της καθημερινότητας. Φάγα κι έκατσα να διαβάσω στο σαλόνι. Σκέφτηκα να βγω, έστω για μια μπύρα στο κοντινό μπαρ, αλλά βαρέθηκα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα πήγα να κλείσω φώτα. Τότε το κινητό ήχησε, μήνυμα από άγνωστο αριθμό, μόνο με μια λέξη: “Κατεβαίνει.” Δεν έδινα σημασία εύκολα σε τέτοια, υπέθεσα φάρσα ή λάθος. Την ώρα που σήκωσα τα μάτια μου, το είδα: η κουβέρτα, αυτή που έλειπε από το πρωί, ήταν διπλωμένη πάνω στο τραπεζάκι του διαδρόμου. Πιο καθαρή απ’ όσο τη θυμόμουν. Είπα “μάλλον την έβαλα εγώ εκεί και δε θυμάμαι”, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται.
Έπεσα τελικά για ύπνο αργά, με κλειστά παντζούρια. Μάλλον είχα καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου πως όλα εξηγούνται—ώσπου, γύρω στις τρεις, ξύπνησα από έναν θόρυβο, κάτι σα βήματα μισοτραβηγμένα στον διάδρομο. Δεν τόλμησα να σηκωθώ. Μόνο αφουγκραζόμουν με τον ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπό μου. Σκέφτηκα πάλι τη φράση του κυρίου Αποστόλη—αν είχα χάσει κάτι. Δεν με ένοιαζε πια η κουβέρτα. Σηκώθηκα, με βαριά ανάσα, και βγήκα στο σαλόνι.
Το φως από τους δρόμους έμπαινε παράξενα, σαν να τρεμόπαιζε. Καμιά φορά το περνάς για παιχνίδι των φώτων, άλλες φορές νιώθεις ότι όλο το σπίτι συστέλλεται, όπως τα πνευμόνια πριν γίνεις τελείως άδειος από αέρα. Χωρίς να χτυπήσει τίποτα, δεν υπήρχε κανείς, τίποτα ορατό. Μόνο στην πόρτα, κάτω χαμηλά, είχε συσσωρευτεί μια λωρίδα απ’ το ίδιο φως, κι εκεί, σ’ εκείνο το σημάδι που αφήνει το κατώφλι, υπήρχε κάτι σκούρο. Πρώτα νόμιζα χαρτί—μα ήταν ένα κομμάτι από ύφασμα, σαν σχισμένο μανίκι, βρεγμένο και μουσκεμένο, που μύριζε κάτι κρύο. Γύρισα απότομα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα στη σκάλα. Κι όμως, από κάτω, από τον φρεσκοβαμμένο απ’ τον Δήμο τοίχο, ανέβαινε αργά ένας ήχος, ή μάλλον το τίποτα, αυτό το βαρύ κενό, σαν να κατεβαίνει κάτι που δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Και δεν ξέρω τι μ’ έκανε να καταλάβω πως αυτό το “έχεις χάσει τίποτα;” που άκουσα το απόγευμα δεν ήταν απλή ερώτηση, αλλά μήνυμα προς κάποιον που είχε αρχίσει ήδη να ξεχνά τον εαυτό του.
Έκλεισα την πόρτα, κατέβασα όλες τις ασφάλειες, κι άκουσα όλη τη νύχτα σιωπηλά τριξίματα και ένα ψιλό ήχο, κάτι ανάμεσα σε αναπνοή και βήματα, να πηγαινοέρχεται στους τοίχους, μετρώντας τους.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.)