Δεν έγινε τίποτα το σπουδαίο εκείνο το πρωινό – τέλη Σεπτέμβρη, λίγο μετά τις πρώτες βροχές. Έφτιαξα καφέ, βγήκα στο μικρό μου μπαλκόνι και είδα τα φύλλα να κολλάνε στα κάγκελα, βρεγμένα. Εκείνη την ημέρα δεν είχα πολλή δουλειά, μόνο κάτι χαρτιά να διαβάσω, οπότε αποφάσισα να κατέβω στο παλιό υπόγειο. Εδώ και μια βδομάδα σκεφτόμουν να τακτοποιήσω τα κουτιά με τα περιοδικά του πατέρα μου – ποτέ δεν το έκανα και πάντα έλεγα πως «για αύριο είναι».
Το υπόγειο το φοβόμουν ως πιτσιρικάς – παλιές λάμπες φθορίου, μυρωδιά μούχλας, σωλήνες που έσταζαν αν έκανε υγρασία. Τώρα όμως στα τριάντα πέντε μου, με κορόιδευα για τους παλιούς φόβους. Κατέβηκα τα σκαλιά σιγά, προσέχοντας μην σκοντάψω. Ο διακόπτης έβγαλε ένα ξερό κλικ και το φως τρεμόπαιξε πριν σταθεροποιηθεί.
Ησυχία. Εκτός από έναν μακρινό βουητό από τον δρόμο και κάπου κάποιον γείτονα που έβαζε πλυντήριο.
Άναψα και έναν φακό γιατί το φως δεν φτάνει στα «τυφλά» σημεία. Με είχε ενοχλήσει πάγια εκείνη η παλιά καρέκλα, εκεί στο βάθος, κάτω από τον χαμηλό φεγγίτη. Δεν θυμάμαι πότε βρέθηκε εκεί. Μου είναι αμυδρά γνωστή, αλλά όχι σίγουρος ότι ήταν δική μας. Κανείς ποτέ δεν καθόταν εκεί, πάντα γεμάτη σκόνη. Αυτή τη φορά, όμως, σα να’ χε τραβηχτεί λίγο πιο αριστερά – ένα δυο δάχτυλα. Το πρόσεξα χωρίς να το πολυσκεφτώ, και απλώς έκανα ένα μορφασμό, εξηγώντας το στο μυαλό μου με κάτι περίεργο που μπορεί να έκανε ο πατέρας μου – παλιά – ή ίσως κάποιο ρεύμα.
Καθώς ασχολιόμουν με τα κουτιά, άκουγα κάτι μικρά κρακ από το ταβάνι. Ποντίκια – σκέφτηκα, αν και ποτέ δεν είχα δει. Έβαλα τη μουσική σιγανά στο κινητό, να διώξω τη σιωπή. Μετά από λίγη ώρα άρχισε η γνώριμη μπόχα της υγρασίας να γίνεται πιο έντονη. Δεν με πείραζε, μέχρι που μύρισα κάτι άλλο, πιο έντονο, σαν παλιά ρούχα που έχουν βραχεί και μείνουν στο σκοτάδι. Προσπάθησα να το εντοπίσω στα κουτιά, χωρίς αποτέλεσμα.
Γονατιστός στα χαρτόκουτα, ξαφνικά κατάλαβα πως η καρέκλα είχε μετακινηθεί. Την κοίταξα καλύτερα: τώρα ήταν στραμμένη παράξενα, όχι πια προς τον φεγγίτη, αλλά σαν να «έβλεπε» προς τα σκαλιά. Πάγωσα. Η πόρτα ήταν κλειστή – δεν άκουσα τίποτα, κανέναν. Ίσως να την είχα χτυπήσει εγώ, ίσως την είχα μετακινήσει με κάποιο κουτί. Το μυαλό μου γύρευε εξήγηση.
Αποσπάστηκα, ώσπου άκουσα έναν βαθύ, υπόκωφο θόρυβο, σαν βαρύ παπουτσιόσυρμα πάνω σε τσιμέντο. Δεν μετακινήθηκε κανένα κουτί, τα μάτια μου ήταν στην καρέκλα. Δεν είδα τίποτα. Άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου, να τελειώνω τη δουλειά γρήγορα. Σήκωσα το βαλιτσάκι μου και το φως έσβησε στιγμιαία, έτσι ξαφνικά. Ο φακός έτρεμε στα χέρια μου. Το δωμάτιο γέμισε βαθύ σκοτάδι. Ο αέρας βάρυνε. Περίμενα να περάσει – νόμιζα πως ήταν βλάβη της λάμπας.
Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα – που μου φάνηκαν ατέλειωτα – άκουσα κάτι σαν αναστεναγμό. Βαθύ, ξερό, πίσω μου. Του τύπου που κάνεις όταν κάθεσαι βαριά σε μια παλιά καρέκλα, κι αυτή τρίζει. Μα το τρέμουλο του τριξίματος ήταν παράταιρο: επαναλήφθηκε πάλι, αλλά γρηγορότερα, λες και κάποιος σήκωσε και ξανακάθισε.
Κάποια κρύα ρεύματα αέρα χτύπησαν τη μέση μου και σηκώθηκα όρθιος με φτερουγίσματα στην κοιλιά, από αυτά που λες ότι «είναι της φαντασίας σου». Δεν τόλμησα καν να γυρίσω, κρατούσα το φως στο ένα μάτι μόνο. Ήθελα να ανέβω, αλλά τα πόδια μου είχαν κολλήσει. Συνειδητοποίησα ότι η πόρτα ήταν σφραγισμένη με έναν τρόπο αλλόκοτο, περίεργο. Δεν είχε πέσει κάτι μπροστά, απλώς δεν άνοιγε.
Τότε, πίσω μου, ένιωσα ένα ρίγος. Σαν να περνάει δίπλα σου κάποιος άνθρωπος και να βγαίνει κρύο ρεύμα. Ο αέρας γύρω μου έμοιαζε παχύς, γλιστερός. Αν τολμούσα να πιάσω το κινητό μου, θα έβλεπα πως οι σκιές γύρω από την καρέκλα μεγάλωναν στο σκοτάδι – μού φάνηκε πως κάπου μέσα στη θαμπάδα διέκρινα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μια μορφή ομίχλης ή σκόνης να μαζεύεται πάνω της. Δεν είχα δύναμη να γυρίσω να δω σωστά. Κοίταζα μόνο το σχήμα της καρέκλας, που πια μου φαινόταν ξένο.
Με δυσκολία, κατάπια έναν κόμπο και προσπάθησα – μηχανικά – να καλέσω έναν φίλο στο τηλέφωνο. Μάλιστα, ακούστηκε να χτυπάει, αλλά δεν έβγαζε κανένα ήχο. Το σήμα εξαφανίστηκε εντελώς. Περίμενα με τη ράχη στο κρύο τσιμέντο σα να ενημερώσω το σώμα μου ότι πρέπει να τρέξει, αλλά τα γόνατα δεν λειτούργησαν στο σκοτάδι.
Δεν ξέρω ακριβώς πότε ηρέμησαν όλα. Πέρασαν πέντε ή είκοσι λεπτά – δεν έχω ιδέα. Κάποια στιγμή, το φως πήρε μπρος με ένα βαρύ τρεμόπαιγμα. Άκουσα πάλι το πλυντήριο του γείτονα, το βουητό του δρόμου, τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα. Γύρισα την πλάτη και σχεδόν έτρεξα στα σκαλιά. Κοίταξα μόνο για μια τελευταία φορά την καρέκλα: είχε επιστρέψει στη θέση της, κάτω από τον φεγγίτη, τα πόδια της τώρα γυρισμένα σωστά, με μια λεπτή λωρίδα σκόνης εκεί όπου πριν είχε μετακινηθεί.
Λένε πως μυαλό φτιάχνει εικόνες από μόνο του. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν τότε. Αλλά από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που περνάω από το υπόγειο, σταματώ μπροστά στην πόρτα και νιώθω σαν να με τραβάει κάτι μέσα. Έχει τύχει ν’ ακούσω πάλι αυτόν τον ήχο, το βραχνό τρίξιμο καρέκλας – αλλά δεν μπαίνω πια.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.