Τρομακτικές Ιστορίες – Η καμαρούλα που ανασαίνει στο σκοτάδι

Εκείνη τη μέρα, όλα κύλησαν σχεδόν βαρετά. Από τις οχτώ το πρωί ήμουν όρθιος, λες και το ρολόι μέσα μου με τσίγκλισε να μην κάτσω ούτε λεπτό. Κανένας ιδιαίτερος λόγος – ήταν Σάββατο, τελειωμένη εβδομάδα στη δουλειά, και το μόνο που είχα κανονίσει ήταν να πεταχτώ στο πατρικό μου, στο χωριό, να μαζέψω κάτι παλιά εργαλεία του πατέρα μου. Η μάνα μου έλεγε πως ήθελε να τα ξεφορτωθεί, μα εγώ τα κράταγα από πείσμα, όπως όλα συνηθίζω.

Με το που μπήκα στο σπίτι, το μυαλό μου φρεσκοκομμένο με τη μυρωδιά του κρύου χώματος της αυλής, όλα έμοιαζαν να έχουν παραμείνει ίδιες δεκαετίες: η ποδιά της μάνας, κρεμασμένη στην ίδια θέση, πετσέτες διπλωμένες στραβά, ακόμα και το ρολόι εκείνο το παλιό με το σκονισμένο γυαλί να κολλάει στο ίδιο λεπτό. Όλα ήσυχα, όλα γνώριμα.

Ως δω. Γιατί αν το ξανασκεφτείς, κάθε σπίτι παλιό κουβαλάει τις μικρές λεπτομέρειες που ποτέ δεν μπορείς να βάλεις το χέρι στη φωτιά ότι τις θυμόσουν όπως τώρα. Στο χωλ, αριστερά, πριν τη μεγάλη κάμαρα, είδα ανοιχτή την πόρτα της καμαρούλας – εκείνη με το σπασμένο τζάμι, που πάντα έκανε περισσότερο κρύο. Την είχα πάντα κατά νου, απλώς τώρα φαινόταν να περιμένει. Κάπως, περίεργα, το ξύλινο πάτωμα εκεί μπροστά της φαινόταν πιο σκούρο απ’ ό,τι στα άλλα σημεία· λες και κάποιος είχε σταθεί από πάνω, βαριά, πολλή ώρα.

Δεν έδωσα σημασία – εγώ ήμουν με το μυαλό στα εργαλεία και στις παιδικές μου αναμνήσεις. Έψαξα στα ράφια της αποθήκης, ξετρύπωσα τις σκονισμένες κούτες, και μετά βγήκα να ξεμουδιάσω λίγο στην αυλή. Είχε ψύχρα, και κάποιες γάτες μαζευμένες σε μια γωνιά του φράχτη κοιτούσαν όλες προς τον πάνω δρόμο. Όπως πήγα να μπω πάλι μέσα, έπιασα τη μυρωδιά από κάτι σβησμένο, κάτι που μου χτύπησε περίεργα – όχι ξύλο, ούτε υγρασία. Σαν ρούχο νωπό που έμεινε και μούχλιασε στον ντολμά. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου κι ας μην είχε περάσει ψυχή.

Η καμαρούλα ήταν πάλι μισάνοιχτη. Δεν θυμάμαι να την άφησα έτσι, κι ούτε να την άγγιξα – μα υπήρχε μια παγωμάρα να πλανιέται στην ατμόσφαιρα εκεί κοντά. Σαν να έμπαινε αέρας από χαραμάδα που δεν έβλεπα. Το δάπεδο σκούρονε πάλι στο ίδιο σημείο.

Έβαλα να φτιάξω καφέ στην κουζίνα, ρίχνοντας ματιές προς το σκοτεινιασμένο δωμάτιο. Άκουσα κάτι να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα. Το πρώτο μου μυαλό είπε γάτα. Δεύτερη σκέψη, ποντίκι. Κι όμως, όταν βγήκα έξω, όλα ήταν σιωπηλά. Ούτε ουρές, ούτε ξαφνικά τρεχαλητά πάνω στα τελάρα. Είχε κάτσει μια σιγαλιά βαριά, από αυτές που σου μπουκώνουν τα αυτιά. Λίγο καιρό αργότερα, κατάλαβα πως φοβόμουν να μιλήσω. Μη ταράξω κάτι.

Όσο περνούσε η ώρα, το σπίτι φάνταζε να μικραίνει γύρω μου. Ο αέρας της νοσταλγίας γινόταν πιο παχύς, μια αίσθηση σαν να βράζεις σε δικό σου ζουμί, κλειδωμένος με τις μνήμες σου. Η καμαρούλα ήταν πάντα ανοιχτή, και το σκούρο ξύλο χειρότερο∙ σαν ξεραμένο αίμα ― βγήκε αυτή η κουβέντα στο μυαλό μου κι ας μην είδα τίποτα τέτοιο, μόνο τη σκοτεινή απόχρωση. Ένα απόγευμα χειμωνιάτικο, ο ήλιος είχε κιόλας χαμηλώσει και το ηλεκτρικό φως φτιαχνόταν ροζέ απ’ τις κιτρινισμένες λάμπες. Έστριψα στο χωλ, προς το μπάνιο, και πάτησα στο σκληρό πάτωμα, όπως πάντα. Κάτι με έκανε να σταματήσω.

Στηρίζοντας το χέρι στον τοίχο, ένιωσα δόνηση. Όχι σαν το πάτημα κάποιου – κάτι πιο ανεπαίσθητο, ρυθμικό, σαν ανάσα βαριά. Σκέφτηκα μήπως τρέχει νερό από λάστιχο ή από σωλήνα, μα όλα μου τα φάνηκαν σωστά. Πήρα κουράγιο, κοίταξα απ’ τη χαραμάδα της καμαρούλας. Δεν ένιωθες κανένα αεράκι, αλλά η σκόνη μέσα φτερούγιζε καθώς αν κάποιος είχε μόλις σηκωθεί από το πάτωμα. Ένιωσα ένα μυρμήγκιασμα πίσω στο σβέρκο, σα να σε πιάνει κρύωμα ή φόβος παιδικός. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως αν μιλούσα, κάτι θα απαντούσε.

Άρχισα να κλείνω ήσυχα όλες τις πόρτες. Στην καμαρούλα δεν μπήκα, μόνο έσπρωξα ευγενικά την πόρτα, αλλά δε γύρισε μέχρι το τέλος της. Έμεινε ένα δάχτυλο ανοιχτή και δεν έκλεινε με τίποτα. Από μέσα ερχόταν ήχος μαλακός, υγρός – όχι σταθερός, όχι ρυθμικός. Μια φορά, μετά από λίγα λεπτά, το άκουσα καθαρά: κάτι σύρθηκε στο πάτωμα, σαν να τραβάς ρούχο βαρύ, σα να κολλάει σε ξύλο παλιό.

Εκεί πια ο καφές κρύωσε. Το σπίτι μίκρυνε κι άλλο. Έκοψα βόλτες μπροστά στο σαλόνι και έριχνα διαρκώς μάτια προς την καμαρούλα. Το πάτωμα έξω από αυτή είχε πάρει τώρα μια γυαλάδα, σαν υγρό έμπνεε από μέσα. Δεν τόλμησα να σκύψω. Σκέφτηκα τρελά πράγματα: μη μυρίσει κάτι, μη φαίνεται κάτι, κάτι που έμεινε κι ανασαίνει πίσω απ’ την πόρτα.

Μετά σκοτείνιασε και οι σκιές μεγάλωσαν. Ήμουν μόνος – η μάνα είχε κοιμηθεί πάνω, πίσω από δυο κλειστές πόρτες. Εγώ είχα μείνει κάτω. Άκουσα το πάτωμα να τρίζει, πολύ κοντά σε γωνία που δεν πατάει ποτέ κανείς. Το ξύλο ράγισε με έναν ήχο βαθύ, και για ένα δευτερόλεπτο, είδα απ’ τη χιλιοστή του ματιού μου, κάτι να αναδιπλώνεται, σα να ξετυλίγεται μέσα στη σκιά της καμαρούλας – όχι σώμα, όχι σχήμα συγκεκριμένο, μα ένα βάρος, μια παρουσία, τόσο ήσυχη και βαριά που δεν χρειάζεται να τη δεις για να την πιστέψεις.

Φεύγω χωρίς να γυρίσω να κλείσω καν φωτάκι, ούτε να αερίσω σπίτι, κι ας φώναξε η μάνα μου την άλλη μέρα πώς το είχα αφήσει σαν να ‘γινε σεισμός. Όταν επέστρεψα, έκανα πως δεν πλησίασα ποτέ το χωλ. Πόρτες έμειναν κλειστές μέχρι να καθαρίσει άνοιξη, κανείς δεν μπήκε να δει το σκοτάδι εκεί μέσα. Ακόμα κι αν ορκιζόμουν ότι κάτι είχε αλλάξει εκεί – κάτι που ανασαίνει σιγά, κάθε που πέφτει η ησυχία. Όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.