Τρομακτικές Ιστορίες – Η γωνία στην κουζίνα της γιαγιάς

Εκείνο το βράδυ, ήμουν μόνος στο σπίτι. Ήταν μια συνηθισμένη Πέμπτη, τέλη Γενάρη. Είχε κρύο έξω κι εγώ είχα μείνει ν’ ακούω τον ήχο της βροχής που έπεφτε πού και πού πάνω στα παντζούρια. Το σπίτι της γιαγιάς το είχα πάρει εγώ, τώρα που πια δεν ερχόταν κανείς εδώ, κι είχα πει να το ανακαινίσω, όσο αντέχω.

Από νωρίς το απόγευμα είχα μια παράξενη αίσθηση — όχι φόβο ακριβώς, κάτι σαν να ‘σαι σίγουρος ότι κάτι δεν πάει καλά κάπου, χωρίς να ξέρεις τι. Το σπίτι το ήξερα απ’ έξω κι ανακατωτά, αλλά τώρα μύριζε βαριά, και οι σκιές στους διαδρόμους ήταν λίγο πιο πυκνές απ’ όσο θυμόμουν.

Έβαλα κι έβρασα τσάι. Η βρύση έτρεξε διστακτικά και το νερό ήταν πιο παγωμένο κι απ’ το χέρι μου. Καθόμουν στην κουζίνα, με μόνο το μικρό φως του πάγκου — το μεγάλο δεν το άναβα, δεν ήθελα ν’ απλώσει το φως μέχρι εκείνη τη γωνία που πάντα μου φαινόταν παράξενη.

Πάντα, από μικρός, ήμουν σίγουρος ότι γι’ αυτή τη γωνία κανείς δεν μιλούσε. Σα να ‘ταν ένα κομμάτι του σπιτιού που απλώς υπάρχε. Όχι φτιαγμένο έξυπνα, μάλλον προσθέτο. Στον τοίχο είχε ακόμα σκισμένο χαρτί ταπετσαρίας, και καμιά φορά, τα καλοκαίρια κυρίως, έβγαινε μια μυρωδιά κλεισούρας.

Εκείνο το βράδυ, όμως, πρόσεξα κάτι πρώτο φορά. Ένα μικρό, στρογγυλό βήμα στο πάτωμα της κουζίνας. Όχι υγρό, ούτε λεκές — απλώς το πάτωμα σ’ εκείνο το σημείο ήταν καθαρότερο. Σα να ‘χε γυαλιστεί απ’ το πέρασμα ενός κυκλικού, πλατύ ποδιού.

Απόρησα, μα δεν έδωσα συνέχεια. Ήπιε το τσάι μου, πήγα στο σαλόνι. Έβρεχε πιο πολύ τώρα, κι άρχισε να βαράει το κουδούνι του ρολογιού στο απέναντι σαλόνι κάθε ολόκληρη ώρα. Μετά τις έντεκα, ακούστηκε δυνατότερος ένας ακόμα ήχος. Έμοιαζε με χαμηλό τρίξιμο, πρώτα στα σκαλιά, ύστερα απλώθηκε μέχρι την πόρτα της κουζίνας.

Τράβηξα τα ποδάρια μου πάνω στον καναπέ, κάπως άγαρμπα. Ένιωσα το στομάχι μου ν’ ανεβαίνει, συνειδητοποιώντας την αμηχανία: Δεν ήθελα να πάω να κλείσω το φως στην κουζίνα. Δεν ήθελα να περάσω απ’ τον διάδρομο.

Έκανα υπομονή, άκουγα προσεκτικά κάθε μικρή αλλαγή στον ήχο. Ώσπου, κάπου κοντά στις δωδεκάμισι, άκουσα βήματα. Όχι βαριά, όμως— ήσυχα, σα να διάλεγαν που θα πατούν, κι όμως έκαναν τα ξύλα να τρίζουν σιγά.

Σηκώθηκα, τελικά, πεισμωμένος με τον εαυτό μου που φοβάται. Πήγα στον διάδρομο κρατώντας μόνο το κινητό μου με τον φακό. Δεν έβλεπα τίποτα, μόνο σκιές, κι εκείνη τη γωνία να μένει πάντα λίγο πιο σκοτεινή απ’ το υπόλοιπο σπίτι.

Πήγα να σβήσω το φως της κουζίνας, κι άκουσα τότε έναν ψίθυρο. Συγκεκριμένα λέω «ψίθυρο», μα δεν ήταν άνθρωπος — ήταν σαν να τρίβεις το χέρι σου πάνω σε παλιό ρούχο, σαγρέ ήχο ακούς, έναν ήχο κάτω απ’ τις λέξεις. Τράβηξα ασυναίσθητα το χέρι μου πίσω.

Μια απότομη ριπή αέρα μ’ έκανε να γυρίσω, αλλά τα παράθυρα ήταν σφαλιστά. Η κουρτίνα στην κουζίνα κουνήθηκε ελάχιστα. Στεκόμουν όρθιος, μόνος μου, μ’ all day κουρασμένα ρούχα και τ’ ακούρευτα γένια να με τσιμπάνε στο πρόσωπο. Και το μόνο που άκουσα, αληθινά, ήταν ένα χαμηλό “σσσσ”, σαν κάποιος να προσπαθεί να πνει μια φράση, μα να μην μπορεί.

Δεν ξέρω γιατί, μ’ έπιασε ένα θυμό εκείνη τη στιγμή — άρπαξα το φακό, έριξα φως απ’ άκρη σ’ άκρη. Τίποτα. Κανείς. Μόνο το στρογγυλό, γυαλισμένο σημείο στο πάτωμα, εκεί που το φως φάνηκε να στραβοκαθρεφτίζει για ένα δευτερόλεπτο.

Στα επόμενα λεπτά, σα να χαλάρωσε η ένταση. Πήγα κι έκλεισα τα πατζούρια στην κουζίνα, έβγαλα τα παπούτσια και μπήκα για ύπνο. Σκέφτηκα, κάθεσαι και τρομάζεις μ’ όποια σκιά.

Μα γύρω στις τρεις, μια κακότυχη συνήθεια με έκανε να ξυπνήσω για νερό. Περνώντας μπροστά από την κουζίνα, με σταμάτησε μια δυσωδία υγρασίας. Η ίδια μυρωδιά κλεισούρας, πιο έντονη, πνιγηρή. Το φως ήταν ακόμα ανοιχτό, παρ’ ότι το είχα σβήσει πριν πέσω.

Μπήκα μέσα, κι εκεί στάθηκα — το φως έπεφτε ξανά πάνω στο καθαρό στρογγυλό σημείο. Μα τώρα δεν ήταν μόνο ένα. Ήταν τρία: σαν σημάδια από πόδια που μπαινοβγήκαν. Ήταν αδύνατον να μην το προσέξεις, όσο κι αν αμφέβαλλες για την ψυχραιμία σου.

Το πιο ανατριχιαστικό, όμως, ήταν το εξής: Τα σημάδια δεν σχημάτιζαν ίχνος προς ή έξω από τη γωνία. Πήγαιναν μόνο γύρω στο ίδιο σημείο, σα να στριφογύριζε κάποιος, αργά, αόρατος, σταθερός, όλη τη νύχτα μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο.

Έκανα το λάθος κι έσκυψα. Ο αέρας εκεί ήταν ψυχρός, κι έπιασα ψηλαφητά το παρκέ. Τίποτα, μόνο ο τόπος ήταν περίεργα μυτερός, τραχύς. Όπως σηκώθηκα να φύγω, ένιωσα ένα ρίγος: σαν κάτι να πέρασε ξυστά από το πλευρό μου, ένα τίποτα που όμως μ’ έκανε να παγώσω.

Ξύπνησα το πρωί στον καναπέ, με τα φώτα όλα ανοιχτά. Στον ήλιο, το σπίτι έμοιαζε πάλι φυσιολογικό, μόνο τα σημάδια είχαν μείνει, θαμπά τώρα, σχεδόν αόρατα. Από τότε, τις νύχτες δεν ξαναπέρασα απ’ αυτό το σημείο όταν σκοτεινιάζει. Ούτε μ’ αφήνει η μυρωδιά να ξεχάσω. Κάθε χειμώνα, τέτοια ώρα, κάτι τρίζει πάντα εκεί, κι εγώ στέκομαι στην πόρτα και σκέφτομαι πως μόνο οι σκιές τολμούν να κυκλώνουν τη γωνία.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σωτήρης.