Τρομακτικές Ιστορίες – Η γκαρσονιέρα στην Πλατεία Καραϊσκάκη

Δεν είμαι δεισιδαίμονος, και το μυαλό μου στέκει γερά, θαρρώ. Αυτή η ιστορία δεν συνέβη όταν ήμουν πιτσιρικάς, ούτε τότε που υπήρχε ακόμη εκείνη η αίσθηση της ανεμελιάς. Αντιθέτως, ήταν στα τριάντα μου, τότε που είχα εγκατασταθεί μόνος, εκείνο το πρώτο μου κανονικό σπίτι ―μια γκαρσονιέρα στην Πλατεία Καραϊσκάκη, δίπλα στις ράγες. Χαρέμι τσιμεντένιο, θόρυβος, βιασύνη έξω, μέσα μια σχετική ησυχία τα βράδια. Και δεν υπήρχε ίχνος απόψεων περί μεταφυσικού. Μέχρι που…

Ήταν μια συνηθισμένη Τετάρτη. Δούλευα από το σπίτι, ο καφές ―απ’ τον ίδιο τον καφετζή απέναντι― μισοτελειωμένος στο τραπέζι, το φως ξυπνημένο από την αντηλιά καλοκαιριού που έμπαινε λοξά απ’ το παράθυρο. Κάποια στιγμή το μεσημέρι, άκουσα εξώπορτα να βαράει και βήματα στην πολυκατοικία, όμως αυτά ήταν μες στη ρουτίνα ―ένοικοι που αλλάζουν βάρδια, είπα.

Κάτι ξεκίνησε να στραβώνει αργότερα. Εκεί γύρω στις πέντε, ένας περίεργος ήχος τρύπωσε ανάμεσα σ’ εκείνους που άκουγα καθημερινά: ένα ρυθμικό, επίμονο τρίξιμο, σαν νυχιές που γλιστρούν πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η γκαρσονιέρα μου είχε laminate, οπότε αυτό δεν ταίριαζε. Στην αρχή σκέφτηκα πως ήταν από πάνω, αλλά σιγά-σιγά έπαιρνα χαμπάρι πως το άκουγα από το σαλόνι μου, πίσω από τον γκρι καναπέ που κληρονόμησα μαζί με το διαμέρισμα.

Το τρίξιμο σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και, πριν προλάβω να κάνω σκέψη, ένιωσα το τηλέφωνό μου να δονείται. Μήνυμα ―μια φωτογραφία από κάποιο άγνωστο νούμερο. Η φωτογραφία ήταν σκοτεινή, θολή, με ένα κόκκινο σημάδι αριστερά. Πάτησα διαγραφή. Δεν έδωσα σημασία, ο παραλογισμός δεν χωρούσε στη μέρα μου.

Το απόγευμα έφυγα, πήγα μέχρι το περίπτερο και πίσω. Βραδιά καθαρή, ψύχρα. Δεν συνέβη τίποτε το περίεργο, ώσπου αργά τη νύχτα, γύρω στις δύο, εκεί που επεξεργαζόμουν κάτι δουλειές στον υπολογιστή, το τρίξιμο επέστρεψε. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν κανονικό ξύσιμο, σαν μεταλλική βούρτσα σε πέτρα, αργά κι επίμονα. Ξεκινώντας από το ύψος της πόρτας της κουζίνας κι έπειτα προς το χολ. Δεν σκεφτόμουν φαντάσματα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ίσως από το συνεργείο δίπλα, κάτι ενεργοποιήθηκε αργά… ανόητο, το ήξερα.

Καθώς, όμως, μαζεύτηκα και το άκουγα ―με μία περίεργη αναμονή παραδοχής― συνέβη το εξής παράδοξο: κάθε δεκαπέντε λεπτά ακριβώς, άκουγα έναν ψίθυρο, μα τόσο καθαρό που σχεδόν καταλάβαινα λέξεις, χωρίς ποτέ να μπορώ να συγκρατήσω καμία. Από τη θέση μου έβλεπα πρώτα το καθιστικό, ύστερα τον μικρό σκοτεινό διάδρομο που οδηγούσε μπάνιο και κουζίνα. Εκεί βυθιζόταν το μαύρο, σαν στόμα, χωρίς καμιά πηγή φωτός. Κι ενώ μεριμνούσα να κλείνω καλά τα φώτα, αισθανόμουν ότι αν κοιτούσα πολλή ώρα το σκοτάδι πίσω απ’ την κουζίνα, θα έβλεπα κάτι που δεν ήθελα.

Σηκώθηκα, αποφασισμένος να ελέγξω ―να εξευμενίσω το άγχος μου, λες κι αυτό ήταν το μόνο που παιδευόμουν να προστατέψω. Ήμουν ξύπνιος, ψύχραιμος, μα όταν πλησίασα τον διάδρομο τα φώτα τρεμόπαιξαν κι ο ψίθυρος ακούστηκε αυτή τη φορά καθαρά, σε τόνο οικείο, συνωμοτικό. Δεν κατάλαβα λέξεις, αλλά ήταν σα να με ρωτούσαν κάτι. Ένα «Θα…με…», νεκρικό και τραβηγμένο, έπειτα μόνο σιγή.

Γύρισα γρήγορα στο τραπέζι του σαλονιού. Προσπάθησα να το ξεχάσω, έβαλα ακουστικά. Σκεφτόμουν να βγω έξω να περπατήσω. Τότε με ξάφνιασε η φωνή του διπλανού, αργά το βράδυ, να φωνάζει το όνομά μου ―όχι δυνατά, περισσότερο σαν να με ειδοποιεί από μακριά, πίσω από τοίχο. Έβγαλα το ακουστικό, άκουσα αυτό το «Γιάννη!» όπως το λέει η μάνα μου μικρός, όταν φώναζα από το άλλο δωμάτιο, «Έλα, ήρθα!» – μα ήξερα πως ήταν αδύνατον να συμβαίνει. Ήμουν μόνος. Στα γρήγορα, άνοιξα την εξώπορτα να ρίξω μια ματιά στο διάδρομο ―τίποτα. Έρημος ο όροφος, μόνον ο ήχος απ’ τις ράγες έφτανε βουβός.

Εκεί που ξαναμπήκα μέσα, παρατήρησα κάτι που δεν είχα δει ποτέ: μια παλιά, ξύλινη κορνίζα κρεμασμένη στον τοίχο πάνω από το καλοριφέρ, με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ―καθόλου δε μου θύμιζε οικείο πρόσωπο. Ένα ζευγάρι με κάτι παιδιά, όλοι κοιτούσαν τον φακό ανέκφραστοι. Είχα μείνει δυο εβδομάδες ήδη στο σπίτι κι αυτή τη φωτογραφία σας ορκίζομαι δεν την είχα ξαναδεί. Ούτε ήξερα πώς βρέθηκε εκεί. Προσπάθησα να δικαιολογήσω τη μνήμη μου ―κάποια αφή, ίσως προτού καν μετακομίσω, να είχε ξεμείνει κάποια φωτογραφία της προηγούμενης ιδιοκτήτριας. Τα πρόσωπα όμως, κουβαλούσαν κάτι ανησυχητικό: τα μάτια τους ήταν θολά, σαν να είχε δακρίνει ο φακός ή να είχε γρατσουνιστεί επίτηδες το χαρτί εκεί.

Κι ενώ πλησίασα να τη βγάλω, ο ψίθυρος δυνάμωσε πάλι από τον διάδρομο. Χωρίς να το καταλάβω, το τρίξιμο μετατράπηκε σε θόρυβο υγρό, σάπιο, σαν κάποιος να σύρει κάτι βαρύ πάνω στο πάτωμα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω – παγωμένος, καθόμουν με το χέρι σηκωμένο προς τη φωτογραφία, όταν από τον σκοτεινό διάδρομο είδα κινήσεις σκιάς, σαν κάτι να σπαρταράει γοργά, να τραβιέται ξανά μέσα στο μαύρο. Το φως τρεμόπαιξε σαν να με πειράζει, να με δοκιμάζει. Το τηλέφωνο χτύπησε δεύτερη φορά. Δεν ήθελα να κοιτάξω τον αποστολέα, μόνο ένα σήμα ότι ήρθε μήνυμα. Δεν απάντησα.

Τη νύχτα, δεν κοιμήθηκα καθόλου. Μια φορά, ξημερώματα, νόμισα πώς είδα κάτι να σαλεύει πίσω από τον καναπέ, κατεβάζοντας στιγμιαία τη ματιά μου στο αχνό φως του δρόμου που έμπαινε από το παράθυρο. Λες και το σκοτάδι εκεί γινόταν πιο βαρύ από το υπόλοιπο δωμάτιο, σαν να άλλαζε η υφή του αέρα.

Την επόμενη ημέρα, χωρίς να έχω πει τίποτα σε κανένα, πήγα ίσια στη διαχείριση να ρωτήσω για όσους έμεναν πριν. Μου είπαν για μια γυναίκα που πέθανε εκεί, μέσα στη χειμωνιάτικη σιγή ―ήσυχα, μ’ είχαν διαβεβαιώσει, απλώς αυτή η γκαρσονιέρα μένει συνήθως άδεια για μεγάλα διαστήματα.

Δεν ξέρω ακριβώς τι έψαχνα να διασταυρώσω. Επέστρεψα στο σπίτι, πέταξα όπως-όπως τη φωτογραφία σ’ ένα συρτάρι. Το βράδυ, μπήκα να πλύνω τα δόντια μου και, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στον διάδρομο, ορκίζομαι πως το είδα ξανά: μια σκιά, καθισμένη μπροστά στον καναπέ, με το πρόσωπο χαμένο, θυμίζοντας εκείνη την ασάφεια της φωτογραφίας. Δεν τόλμησα να πλησιάσω. Δεν βγήκα να ελέγξω τίποτα ―ούτε και τότε, ούτε ποτέ ξανά.

Μετά από μερικές μέρες, μετακόμισα. Ποτέ ξανά δεν βρέθηκα κοντά σ’ εκείνο τον διάδρομο. Κι ακόμα, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.