Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο εκείνη η μέρα, ούτε που τη θυμόμουν, αν δεν είχε γίνει αυτό που έγινε μετά. Ξύπνησα όπως κάθε Κυριακή μεσημέρι, νωχελικά, κάνοντας καφέ με το παλιό μπρίκι που έχω πάρει από τη γιαγιά μου, κι άνοιξα το παράθυρο της κουζίνας να αεριστεί – ακόμα είχε ψύχρα παρότι Μάιος. Τα πουλιά ακούγονταν καθαρά απ’ το μεγάλο ακάλυπτο της πολυκατοικίας, κάποια κουτσουναριές είχαν ανθίσει και έφερνε μια μυρωδιά σαν βρεγμένο χώμα, τη γνωστή μυρωδιά που πάει με τον πρώτο καφέ της μέρας. Ετοιμαζόμουν να πλύνω κάτι πιάτα, όταν πρόσεξα απέναντι στην ταράτσα – εκείνη την ταράτσα πάνω από το ισόγειο. Ήταν ανοιχτή η πόρτα του δωματίου που οδηγεί εκεί, πράγμα παράξενο, μιας και συνήθως οι ένοικοι την κλειδώνουν μην μπει κανένας αδέσποτος. Το σκέφτηκα, αλλά δεν το έδωσα σημασία. Στην Αθήνα είμαστε.
Έπρεπε το απόγευμα να κατέβω αποθήκη, να βρω ένα παλιό κουτί με χειμωνιάτικα που είχα ξεχάσει – κλασικά καθυστερώ να μαζέψω ρούχα κι ας αλλάζει ο καιρός. Η αποθήκη στο υπόγειο όλες αυτές τις μέρες μύριζε κάπως αλλόκοτα, βαρύ, σα μουχλιασμένο, αν και ποτέ δεν είχε πρόβλημα με υγρασίες. Το σημείωσα στο μυαλό μου, «να ρίξω μια ματιά στον σωλήνα», είπα. Δύο η ώρα μεσημέρι πήρα το κλειδί της αποθήκης κι άκουσα μόνο τα βήματά μου στη σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο. Εκεί πάντα κάνει ένα ψύχος νωθρό, αλλά σήμερα ήταν αλλιώς. Το φως αχνό, βολβός σχεδόν καμένος μπροστά από την πόρτα 8 – τη δική μου. Πέταξα ένα «δε βαριέσαι».
Με το που ξεκλείδωσα την πόρτα, μ’ έπιασε αυτό το ψιλό σφίξιμο ανάμεσα στα μάτια, σαν να ήταν κάποιος παραπάνω εκεί μαζί μου. Δεν θες να το σκέφτεσαι, μα τι να κάνεις, το νιώθεις. Έριξα το βλέμμα παραδίπλα, στο διάδρομο: η αποθήκη της γειτόνισσας ανοιχτή μια σπιθαμή – κλειδαριά παραβιασμένη, σπασμένη άκρη κάτω. «Θα έχουν έρθει τα παιδάκια της, δεν το έκλεισαν καλά», προσπάθησα να το εξηγήσω.
Μπήκα γρήγορα μες στον δικό μου χώρο. Έψαχνα τα κουτιά, όσο πιο βιαστικά μπορούσα. Κάθε τόσο άκουγα μικρούς ήχους. Στην αρχή πίστευα πως ήταν ποντίκια – παλιά είχε. Πνιχτές συριχτές κινήσεις τριγύρω, λες και πέρασε σκιά χαμηλά πίσω μου, δίπλα στη σακούλα με τα παλιά παπούτσια. Σταμάτησα. Έκανα τρεις φορές τον κύκλο ανάμεσα στα πράγματα, σα να ‘θελα να βεβαιωθώ πως είμαι μόνος. Η αποθήκη πάντα είχε ένα τέτοιο περίεργο ξάφνιασμα. Αλλά εκείνη τη φορά, το ζορίστηκα. Μια μυρωδιά έντονη, περίεργη, με τραβούσε προς την ανοιχτή αποθήκη της γειτόνισσας. Κάτι με πίεζε να πλησιάσω.
Πήγα στο άνοιγμα. Μέσα, σκοτεινά, μόνο λίγο φως απ’ το διάδρομο. Κάτι περίεργο μ’ έκανε να σκεφτώ ότι δεν πρέπει να μπω – κι όμως, το μισάνοιξα παραπάνω. Πίσω από τα κουτί με τα παλιά διακοσμητικά, βρήκα ένα παλιό ξύλινο καφάσι. Δεν ξέρω τι με έπιασε και έσκυψα πολύ, κοίταξα μέσα… τίποτα, άδειο. Αλλά στο πίσω μέρος του χώρου, κάπου στον τοίχο, μια σκιά παράξενη, που δεν ταίριαζε με τις άλλες γραμμές. Ήταν πιο σκούρα, σαν να μην άγγιζε το φως εκεί, σαν να καταπίνει το λιγοστό φωτισμό. Πήρα μια βαθιά ανάσα, να μη γελοιοποιηθώ μόνος μου. Γύρισα να φύγω — και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, άκουσα έναν ήχο πολύ γνώριμο και τρομαχτικό: κάποιος ανάσαινε βαριά στο σημείο πίσω μου, τόσο βαριά, που μου πάγωσε το αίμα.
Έμεινα ακίνητος. Απόλυτα. Πίσω από το αυτί μου, μια ζεστή αναπνοή, κρεμασμένη, σαν να πάλευε κάποιος να ανασάνει μετά από μακρινή βουτιά. Δεν τόλμησα να γυρίσω. Έκλεισα τα μάτια, κρατώντας τον αέρα μέσα μου. Για τρεις, μπορεί και πέντε ολόκληρους παλμούς καρδιάς, άκουγα μόνο αυτό: έναν ήχο βαθύ, σχεδόν ανθρωπινό, βγαλμένο απ’ την κοιλιά του κτιρίου. Έπειτα ξαφνικά, όλα κόπηκαν. Η αποθήκη της γειτόνισσας έκλεισε μόνη της με κρότο. Ή μάλλον, έτσι μου φάνηκε. Πετάχτηκα πίσω, πήρα τον δρόμο προς τη δικιά μου πορτούλα, τσαλακώνοντας ό,τι βρέθηκε μπροστά μου, κουτιά, σακούλες, χωρίς να κοιτάξω τίποτε άλλο. Βγήκα λαχανιασμένος στον διάδρομο, άφησα την πόρτα μου ανοιχτή και έτρεξα πάνω στα σκαλιά δίχως να κλείσω ούτε φώτα ούτε τίποτε.
Το βράδυ προσπάθησα να το βγάλω απ’ το μυαλό μου. Κάνεις πως δεν έγινε κάτι. Μόνο όταν πλενόμουν στο μπάνιο, μου ήρθε ξανά στο νου εκείνο το βαθύ «χχααα» που ακούστηκε στην αποθήκη. Όχι σαν άνθρωπος, μα ούτε και σαν ζώο. Κάτι που προσπάθησε… κάτι που περίμενε. Κοίταξα γύρω, είχα την αίσθηση πως η υγρασία στον αέρα είχε μια ανάσα, έναν χτύπο, σάμπως το μικρό μπάνιο ανάσαινε μαζί μου.
Κοιμήθηκα με αναμμένο φως. Την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο την γειτόνισσα, με δικαιολογία την κλειδαριά της αποθήκης της. «Δεν έχω μπει εκεί δυο χρόνια», μου είπε. «Ούτε έχω πειράξει τίποτα. Έχω αφήσει εκεί κάτι πράγματα του πατέρα μου και δεν ξαναμίλησα με τον διαχειριστή.» Εν τω μεταξύ, κάθε φορά που περνώ απ’ το υπόγειο για να κατεβάσω σκουπίδια ή να πάρω το ποδήλατο, νιώθω εκείνη τη δίνη. Η αποθήκη της είναι πάντα με μία φθαρμένη, βρώμικη κλειδαριά, τα πάνελ έτοιμα να πέσουν. Κάθε τόσο βλέπω σκόνες στο πάτωμα, σαν να ταράζεται το μέρος από μέσα προς τα έξω.
Υπάρχουν νύχτες που ξυπνώ και νομίζω ότι ακούω αυτό το βαθύ, σπασμένο ανάσασμα, εκεί κάτω. Μέσα στον ύπνο μου προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου λόγο, να το εξηγήσω. Μα η υγρασία με βαραίνει – και το σκοτάδι κάνει το υπόγειο να μοιάζει μακρινό, σαν στόμα που σε περιμένει.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρίνα.