Πρέπει να ήταν Παρασκευή, γιατί θυμάμαι είχα περάσει πρωί από τη λαϊκή της γειτονιάς μου για ψώνια και ο κόσμος ήταν περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Η ήταν εκείνο το απομεσήμερο που όλα μοιάζουν νωχελικά, τα φώτα των σπιτιών κλειστά, ένας ήλιος που κουράζεται να πέσει. Είχα πάρει τα ψώνια και ανέβαινα τα σκαλιά με το κλειδί στο ένα χέρι και τις σακούλες να με κόβουν στα δάχτυλα. Εμένα με έχει φάει η ρουτίνα. Τότε, όμως, εκείνη τη μέρα, τα πάντα ήταν λίγο διαφορετικά.
Καθώς ξεκλείδωνα την πόρτα, άκουσα κάτι σαν τρίξιμο, αλλά τόσο χαμηλό που το πέρασα για πείνα του πατώματος. Δεν έδωσα σημασία. Στο χωλ, βρήκα τη λάμπα ανοιχτή. Ορκίζομαι πως την είχα κλείσει φεύγοντας. Έχει χρόνια που το προσέχω αυτό. Παράξενο, αλλά σκέφτηκα θα την ξέχασα.
Άφησα τα πράγματα στον πάγκο, άνοιξα λίγο να μπει αέρας. Έκανα καφέ και κάθησα όπως κάθε μέρα να χαζέψω έξω. Μα, πέρασαν λίγα λεπτά και μου φάνηκε ότι στο πίσω δωμάτιο ακούστηκε ξανά αυτό το τρίξιμο, αυτή τη φορά πιο κοφτό, λες και κάποιος πάτησε κάπου με βάρος ξαφνικό. Σηκώθηκα ήρεμα, είπα μέσα μου «ξυλεία είναι, υγρασία», αλλά δεν ακούγονταν σαν ήχος νοικοκυρίστικος. Ήταν ένας ρυθμός: ένα, δύο γρήγορα, μετά απόλυτη ησυχία.
Έριξα μια ματιά απ’ την κλειστή πόρτα του δεύτερου υπνοδωματίου. Τίποτα. Το μόνο παράταιρο ήταν πως το παράθυρο έδειχνε κάπως θαμπό, ενώ το πρωί το είχα αφήσει ανοιχτό να αεριστεί. Σαν κάτι υγρό ή θολό να υπήρχε στο τζάμι, ακριβώς στο ύψος όπου θα στεκόταν το κεφάλι μου, αν γυρνούσα απ’ έξω και κοίταζα μέσα. Έτσι όπως είμαι, έπιασα ένα πανί, το σκούπισα, κοίταξα πίσω μου μηχανικά – εκείνη τη στιγμή, άκουσα το ψυγείο να σβήνει απότομα και μαζί, λες και έκοψε ο ήχος του σπιτιού. Δεν έμεινε τίποτα, μόνο ένα βουητό, μακρινός θόρυβος σαν σκασμένη τηλεόραση, που όμως δεν ερχόταν από κάπου συγκεκριμένα.
Είχα σηκώσει τρίχα. Βγήκα ξανά στην κουζίνα και κατάλαβα πρώτη φορά ότι μύριζε περίεργα… κάτι γνώριμο, αλλά αλλόκοτο — μια μυρωδιά σαν ληγμένο γάλα και κάτι υγρό, μεταλλικό, σαν παλιό ρόφημα ξεχασμένο σε φλυτζάνι για μέρες. Κι όμως, έψαχνα με τα μάτια απαντήσεις λες και κάτι θα εμφανιζόταν. Η κουζίνα ήσυχη, αλλά κάπου, βαθύ μέσα στο σπίτι, ακουγόταν πάλι αυτός ο ήχος, τρίξιμο και κάτι σαν ψίθυρος – μα, όποιος τον ακούσει, δύσκολα τον περιγράφει. Δεν ήταν φωνή, δεν έβγαινε από στόμα, αλλά το ένιωθες να σε ψάχνει, ζεστός ψίθυρος που γυρίζει στον αέρα καθώς νυχτώνει.
Πατάω πίσω να πάρω δύναμη να φωνάξω, ξέρω πως δεν είναι κανείς — ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει είναι η μάνα μου, που έρχεται μόνο Κυριακή. Αλλά εκεί, στη σιωπή, ακόμα και το όνομά μου αν φώναζα, δεν θα είχε κάπου να απαντήσει. Άνοιξα το φως στο διάδρομο· πάλλεται λίγο, σαν να θέλει να καεί. Τότε ήταν που το είδα ανάμεσα στο άνοιγμα της πόρτας: Σκιά; Ίσως. Απλά μια πιο σκούρα τόση δα μπάλα, ή καλύτερα, μια πυκνότητα που έμοιαζε να στηρίζεται ανάμεσα σε τοίχο και πάτωμα, μα σαν υδρορροή. Έμεινα παγωμένος εκεί. Δεν πλησίασα ως τη γωνία – κανένας δεν θα το έκανε, αν ήταν στη θέση μου.
Φωνές περνούσαν από τον διάδρομο απέξω, κάποιος μιλάγε στο τηλέφωνο, έπαιζε παιδί στο διπλανό, όλα κανονικά. Το σπίτι μου όμως είχε πάρει άλλη ανάσα. Έβαλα το χέρι στο διακόπτη κι έριξα φως στην κρεβατοκάμαρα: εκείνη η μπάλα, ή το ό,τι ήταν, δεν κινήθηκε, αλλά σκούρυνε, λες και κατάλαβε. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι κάτι έσυρε σέρνοντας ένα πανί στο πάτωμα, κάτι βαρύ που το αγαπάει το σπίτι σας, το ξανασκέφτηκα, δεν πρέπει να το μαλώσεις, μόνο να κάνεις πως δεν το βλέπεις.
Εκεί κατέβασα το βλέμμα. Κάτι φευγαλέο, ένα καθρέφτισμα πλαγιαστό στο παράθυρο, σαν να φύσηξε ο άνεμος και κουνήθηκε η κουρτίνα από κάποιο πρόσωπο αόρατο. Μη με ρωτήσετε πώς, ήξερα ότι αν γυρνούσα κατά πρόσωπο να το κοιτάξω, κάτι θα γινόταν που δεν γυρνάει πίσω. Μούδιασμα, μια ψύχρα ως τα γόνατα, ολόκληρος ο τόπος μύριζε ακαθόριστα, το φως πήγαινε κι ερχόταν. Το μόνο που ήξερα ήταν πως ό,τι ήρθε εδώ μέσα, περιμένει. Δεν βιάζεται, δεν πεινάει, δεν απειλεί. Μόνο στέκει, και βλέπει τι θα κάνω εγώ.
Πέρασα τη νύχτα ψάχνοντας να βρω πού πήγε, γυρνώντας μ’ ένα ποτήρι νερό στα δάχτυλα που δεν το ήπια ποτέ, και κάθε λίγο και λιγάκι τέντωνα το κεφάλι ν’ ακούσω αν έμεινε ακόμη εκεί. Δεν ήρθε ποτέ προς το φως, δεν με αγγίζει, αλλά έχω μάθει να κοιτάζω πάντα τη μισόσβηστη λάμπα, μη τυχόν και μεγαλώσει η μπάλα αυτή πάλι. Από τότε, κάθε που πέφτει σιωπή και κατεβαίνει το σκοτάδι στο σπίτι, το ακούω ξανά, πάντα εκεί, να τρίβεται στον τοίχο και να περιμένει.
Αυτή την ιστορία μου την έστειλε η Αλεξάνδρα.