Ξεκίνησε κάπου στο τέλος του ’18, όταν όλα δείχναν ότι στη δουλειά μου τα είχα βρει, ότι τα είχα φέρει βόλτα. Δούλευα σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, γραφείο πωλήσεων. Χρόνια εκεί, γνώριζα τα πάντα, κι από αυτοκίνητα και από πελάτες και φυσικά από συναδέλφους. Είχα μάθει να μην εμπιστεύομαι εύκολα, αλλά ο Γιώργος… αυτός μ’ έριξε. Τον είχα σαν φίλο, κι ας ήταν μονάχα τρία χρόνια πιο καινούριος.
Ήταν καλός στις δημόσιες σχέσεις, ξέρεις, το είχε με το χαμόγελο και το “ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε”. Όποτε χρειαζόταν, είχα μπει μπροστά γι’ αυτόν. Τον βοήθησα να μην τον διώξουν σε μια γκάφα με τιμολόγια, του είχα συστήσει και τους προσωπικούς μου πελάτες. “Να μεγαλώνει η πίτα για όλους”, έλεγα. Ώσπου ήρθαν εκείνοι οι νέοι στόχοι κι άρχισε να σφίγγει ο κλοιός της διεύθυνσης.
Θυμάμαι το μεσημέρι που πρωτάνοιξε το σενάριο μέσα μου. Μπήκα στο γραφείο, ήταν ήσυχο, είχε φύγει ο διευθυντής νωρίς. Ο Γιώργος έγερνε πάνω απ’ τον υπολογιστή μου, τάχα μου να φέρει κάτι. Έφυγα γρήγορα, άφησα τα ντοσιέ μου ανοιχτά. Τίποτα δεν έδειχνε να λείπει. Μέρες μετά, μια πελάτισσα –δική μου χρόνια– με πήρε τηλέφωνο να μου πει ένα ευχαριστώ για “την έκπτωση που της έκανε ο Γιώργος”. Τραβηχτήκαμε πόσα ραντεβού, τριβές και τσακίσματα πρωτοκόλλου, και η υπόθεση έγειρε προς το μέρος του. Πήρε τη δική μου πώληση και μ’ έκανε να φανώ και αναξιόπιστος. Κάτι ψιλοκουβέντες έφτασαν στ’ αυτιά μου, σαν ψίθυροι στους διαδρόμους: “Ο Γιώργος το πάλεψε, ο Χρήστος μάλλον τα ‘χασε φέτος”.
Δεν αντέδρασα. Κάθισα, το σκέφτηκα, το πάλεψα πολύ μέσα μου. Έπρεπε να διαλέξω: ή να τον ξεμπροστιάσω δημόσια, με τα νεύρα μου γυμνά, ή να το κρατήσω. Δεν ήθελα φασαρίες, ήθελα κάτι που να μην φαίνεται δικό μου, μα να γίνεται σιγά-σιγά, τοξικό, ήρεμο και αποφασιστικό ταυτόχρονα. Εδωσα τόπο στην οργή – για λίγο.
Έπιασα τον εαυτό μου να απομονώνομαι. Ήπια καφέδες στο διάδρομο και παρατήρησα. Ο Γιώργος άρχισε να παίρνει πάνω του, πιο πολλά αστεία, πιο πολλές πρωτοβουλίες. Τον έβλεπα να φέρνει το χαμόγελό του στο γραφείο μου, λέγοντας “ό,τι χρειαστείς, εδώ είμαι, Χρήστο”. Το λέρωσε το όνομά μου στους ανωτέρους, παρουσιάζοντάς με λίγο “κουρασμένο”, “μη ενεργό”. Μια μέρα σ’ ένα meeting, είπε δυνατά πως “αν όλοι είμαστε λίγο πιο ενεργητικοί σαν ομάδα, δεν θα έχουμε εμπλοκές”, και μ’ έδειξε με το βλέμμα του.
Κράτησα την ψυχραιμία μου. Άρχισα σιγά-σιγά να του φέρομαι εγκάρδια, σχεδόν φιλικά, ίσα για να μη δίνω τροφή. Εγώ όμως έβλεπα τα μικρά λάθη του: μια υπογραφή που έλειπε, μια προσφορά που την έκανε λάθος, ακυρωμένα ραντεβού που τάχα δεν τα πρόλαβε. Τα σημείωνα. Για μήνες, στο δικό μου μπλοκάκι τα σημείωνα. Κάθε λάθος, κάθε παράπονο πελάτη – όχι καταγγελία, δεν ήμουν τόσο χαιρέκακος, μόνο αυτές τις λεπτές παρατυπίες που περνούσαν απαρατήρητες όσο μεσολαβούσα εγώ στα αθόρυβα να ξαναστρώσω τα πράγματα.
Κάποια στιγμή, ο διευθυντής άρχισε να με ρωτά: “Βλέπεις να έχει αλλάξει κάτι στη ροή; Οι πελάτες είναι ευχαριστημένοι;” Κούνησα το κεφάλι. Δεν έσπειρα κατηγορίες – απλώς έλεγα: “Κανείς δεν είναι αλάνθαστος, καινούρια πρόσωπα, καινούριες παρέες, όλα με τον καιρό διορθώνονται”. Το μόνο που ανέφερα ήταν, “μπορεί να θέλει περισσότερη καθοδήγηση ο Γιώργος, αλλά μεγαλώνει η πίτα για όλους, δε συμφωνείτε;” Έσπειρα όμως τη σπορά αμφιβολίας, δίχως να φαίνεται.
Έπειτα, άρχισα στους παλιούς πελάτες μου να μιλώ για το “νέο μας ταλέντο, που χειρίζεται τα πάντα άψογα”, και να τους αφήνω να μπλεχτούν με τα δικά του λάθη. Στα πρώτα ζόρια, οι πελάτες γύριζαν σ’ εμένα για τη συμβουλή. Στου γραφείου τους διαδρόμους, αν κάποιος προσπαθούσε να ρίξει τα βάρη σ’ εμένα, έλεγα απλά: “Ε, το αστέρι της ομάδας θα τα φέρει βόλτα… τα λέει κι ο ίδιος”.
Επιχείρησα το πιο δύσκολο: να μην τον κάνω εχθρό στα μάτια των άλλων – να τον αφήσω να ανέβει τόσο ώστε να εκτεθεί μόνος του. Μέσα σε έξι μήνες, οι παρατυπίες του άρχισαν να μαζεύονται. Μερικοί πελάτες του αρνιόντουσαν να τον ξαναδούν επειδή έκανε “τα εύκολα δύσκολα”. Μάλιστα, μία φορά βρήκα επάνω στο γραφείο του μια προσφορά υπογεγραμμένη με λάθος νούμερα. Δεν την κάρφωσα αμέσως – απλώς άφησα τη γραμματέα να το προσέξει. Το πράγμα ήρθε κι έδεσε στο ετήσιο meeting, παρουσία της διοίκησης. Είχα πάρει μαζί μου το σημειωματάριο που κρατούσα μήνες.
Εκείνος νόμιζε ότι θα ανέβει να πει για την “καινοτόμο μέθοδό του”. Τον άφησα. Μόλις ήρθε η ώρα για feedback, ρώτησα τάχα μου αθώα: “Να αναφέρω μερικά θέματα διαδικασίας; Μήπως βοηθήσει όλη την ομάδα;” Και ξεκίνησα: πρώτο το λάθος στην προσφορά, δεύτερο ο πελάτης, τρίτο το ακυρωμένο ραντεβού. Τίποτα προσωπικό, όλα τεκμηριωμένα, όλα “για το καλό της ομάδας”. Δεν με διέκοψε κανείς. Αυτός ίδρωσε – φάνηκε στο βλέμμα του ότι κατάλαβε.
Από εκείνο το meeting και μετά, κανείς δεν τον κοιτούσε με την ίδια σιγουριά. Ήταν ακόμα στην εταιρεία, αλλά το γόητρο του έσπασε χωρίς να ακουστεί μεγάλος θόρυβος. Εγώ, ήρεμος πάλι, ξαναβρήκα την καλή μου φήμη και δούλευα χωρίς να σκιάζομαι τους διαδρόμους. Σα να πάρθηκε το βάρος απ’ την ψυχή μου, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να υψώσω τη φωνή.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.