Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή ταπείνωση της Στέλλας στην αίθουσα συνεδριάσεων

Θα σου πω κάτι που κουβαλάω χρόνια μέσα μου, κάπως σαν αγκάθι, κι ήρθε καιρός να το βγάλω απ’ το στήθος. Όλοι έχουμε μια ιστορία “να σου πω τι έπαθα”, αλλά δεν γυρνάνε όλες στο δικό σου κεφάλι όταν πας να κοιμηθείς. Λοιπόν, μιλάμε για κάτι που έγινε όταν ήμουν γύρω στα είκοσι εννιά· ζούσα τότε στα Κάτω Πατήσια, Αθήνα, σ’ εκείνο το διαμέρισμα με τα πράσινα πλακάκια που έμοιαζε μισοτελειωμένο σαν τη ζωή μου τότε. Ήμουν σε φάση που τα οικονομικά δεν τραβούσαν, οι φίλοι είχαν χαθεί και το μόνο σημαντικό στη ζωή μου ήταν η δουλειά σε μια εταιρεία διαφήμισης.

Εκεί μπήκε στη ζωή μου η Στέλλα. Ήρθε με ύφος “τα ξέρω όλα”, ντυμένη πάντα στην εντέλεια, τα νύχια βαμμένα, βλέμμα που δύσκολα μπέρδευες. Ήταν καινούρια στην ομάδα και η προϊσταμένη μας – ο Γιώργος – της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη από το πρώτο λεπτό. Ό,τι έλεγε η Στέλλα, ήταν νόμος. Δεν άργησε να γίνει το επίκεντρο όλων, να πηγαίνουμε όλοι γύρω της σαν να μοίραζε ψίχουλα στο δρόμο. Εγώ στην αρχή ήμουν τυπικός – “καλώς ήρθες”, “αν χρειαστείς κάτι, εδώ είμαι”.

Σιγά σιγά, άρχισε να μπαίνει όλο και πιο πολύ στα χωράφια μου. Ήμουν χρόνια στη δουλειά, ήξερα τους πελάτες, είχα ιδέες που τους αρέσανε. Κι εκείνη, σιγά – σιγά, τις έκανε δικές της. Θυμάμαι ένα project για μια μεγάλη εταιρεία τροφίμων, είχε έρθει ρητά σε μένα – αυτό το ‘χαν πει όλοι, ακόμη κι ο Γιώργος. Καθόμαστε σ’ ένα μίτινγκ, εγώ σαν κότα μη βγάλω τσαμπουκά, κι εκείνη παρουσιάζει λέξη προς λέξη τη δική μου πρόταση για τη διαφημιστική καμπάνια, σαν να ήταν δική της. Γύρισα στην καρέκλα να την κοιτάξω και μου χαμογέλασε – αυτό το χαμόγελο που λες “κάτι παίζεται εδώ”. Μίλησα; Όχι. Έπνιξα το παράπονο. Έγινε μία, έγινε δύο, έγινε τρεις. Έβλεπα να παίρνει τα εύσημα, να ανεβαίνει στα μάτια του Γιώργου, να θρονιάζεται κάθε μέρα και πιο βαθιά στα σίγουρά της.

Το κακό δεν αργεί ποτέ. Ξαφνικά αρχίζουν να φτάνουν υπονοούμενα ότι “δεν δίνω το 100%”, “ίσως δεν είναι όσο δημιουργικός ήμουν”, “η Στέλλα είναι η νέα δύναμη”. Παρ’ όλ’ αυτά επέμενα να κρατώ το κεφάλι χαμηλά· δεν ήθελα να φανώ μικρόψυχος, ούτε “ρουφιάνος”.

Ένα βράδυ που έμεινα παραπάνω στη δουλειά βρήκα στον εκτυπωτή κάτι δικά μου παλιά drafts, μέσα στα χαρτιά της Στέλλας, έτοιμα να τα παραδώσει για μια καινούρια παρουσίαση. Η κοπελιά είχε συνηθίσει να περνάει τα πάντα ξώφαλτσα, δεν υπολόγιζε ούτε κομπιούτερ ούτε ντοκουμέντα. Εκείνο το βράδυ, γύρισα σπίτι και δεν κοιμήθηκα. Κατέβασα ουίσκι, κάπνισα ό,τι είχα, και πέταξα σαράντα φορές τις ιδέες πώς θα πάρω πίσω ό,τι μου έκλεψε – σα να γύριζε ο εγκέφαλος σε λούπα τη λέξη “ταπείνωση”.

Δεν ήταν το χρήμα. Ήταν που έβλεπες να γεννιέται μια φήμη από ψέμα, πως δεν άξιζα κι ότι είχα μείνει πίσω. Ήμουν βέβαιος πως αν έκανα φασαρία, ο Γιώργος θα με έβγαζε τρελό “γιατί αυτοί οι νέοι είναι το μέλλον”. Έτσι κι αλλιώς, το παιχνίδι φαινόταν χαμένο. Πιέστηκα, το κράτησα μέσα μου πάνω από δύο μήνες. Ήμουν άλλος άνθρωπος· κουρασμένος, μισοπαρμένος, με κοιτούσα στον καθρέφτη και δεν έβλεπα τίποτα το δικό μου.

Αλλά μετά άρχισε το μυαλό να δουλεύει. Δεν ήθελα διασυρμό, ούτε καυγάδες. Ήθελα κάτι πιο βαθύ, που να ησυχάσει μέσα μου. Από κάνα δυο συνάδελφους έμαθα πως σε πολύ λίγο καιρό θα ερχόταν ένας σημαντικός ξένος συνεργάτης για μια νέα καμπάνια δοκιμαστικά – κάτι σαν “crash test” για την ομάδα. Ο συνεργάτης αυτός, άκου, ήταν το αφεντικό μεγάλης πολυεθνικής· ο τύπος που πήγαινε σε συνέδρια και κέρδιζε βραβεία. Ήξερα πως η Στέλλα θα έπαιζε τα ρέστα της.

Με μεγάλη υπομονή, όταν όλοι χαλάρωσαν γιατί πίστεψαν ότι “εντάξει, ο Πέτρος χάθηκε”, εγώ ήμουν εκεί κάθε μέρα, ήσυχος, χαμογελαστός, έτοιμος να βοηθήσω. Δεν ήθελα να της αποκαλύψω ότι ξέρω. Παρέμεινα στη σκιά, πάντα ευγενικός κι ήρεμος, μαζεύοντας υπομονετικά τα σημάδια. Γράφοντας ώρες στο σπίτι, παρουσίασα δικό μου υλικό στη σωστή μορφή, τεκμηριωμένο, με χρονολογίες αρχείων και ψηφιακά αποτυπώματα, χωρίς φανφάρες. Το βασικό ήταν ότι όλα αυτά τα βράδια, που η Στέλλα έφευγε πρώτη, εγώ έφτιαχνα ένα αρχείο με κάθε δική μου δουλειά και πότε έγινε – σε cloud, με backup. Δεν το έκανα ποτέ επίσημο, απλώς κράτησα τη διαδρομή ζωντανή.

Την ημέρα της παρουσίασης, μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή του γραφείου που ακούς μόνο τα πληκτρολόγια, η Στέλλα ήρθε με τον γνωστό αέρα. Έβγαλε το λάπτοπ της, ξεκίνησε να παρουσιάζει. Μόνο που ο ξένος συνεργάτης ήθελε λεπτομέρειες – “πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;”, “τι στοιχεία χρησιμοποιήσατε;”. Κι εκείνη, για δευτερόλεπτα, κόμπιασε. Δεν ήξερε να απαντήσει με λεπτομέρειες – δεν ήταν δική της η ιδέα. Όσο πήγαινε η κουβέντα, τόσο τα μάτια όλων γύριζαν και σε μένα, που έβλεπαν ότι ήξερα. Όταν ήρθε η δική μου σειρά, ήμουν έτοιμος – ήρεμα, χωρίς ένταση, παρουσίασα τη δουλειά μου, τεκμηριωμένα, δείχνοντας ξεκάθαρα με τα back ups και ημερομηνίες πώς είχαμε φτάσει εκεί.

Η Στέλλα ήταν που πάγωσε. Είπα μόνο “Το θεωρώ σωστό, μέσα στην ομάδα, ό,τι κάνουμε να είναι διαφανές. Κι εγώ προσωπικά δουλεύω έτσι”. Δεν χρειάστηκε παραπάνω. Ο συνεργάτης κατάλαβε, ο Γιώργος άρχισε να ιδρώνει, οι υπόλοιποι δεν είχαν λόγο να στηρίξουν τη Στέλλα.

Δεν φώναξα, δεν έκανα καταγγελία. Ούτε καν ήθελα να της μιλήσω – η σιωπή μου ήταν αρκετή. Από τη μέρα εκείνη, η όλη ατμόσφαιρα άλλαξε. Η Στέλλα έμεινε λίγες εβδομάδες ακόμα, μετά ανακοίνωσε “ένα καλύτερο πόστο” σε άλλη εταιρεία. Ξέρω πως η πληγή στο εγώ της δεν γιατρεύεται, αλλά ούτε και στη δική μου περηφάνια