Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή δικαίωση του Άγγελου απέναντι στη Μαρία

Είναι αστείο πώς κάποια πράγματα χτυπάνε μέσα σου και δεν φεύγουν, όσο κι αν τα σπρώχνεις στη γωνία. Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι κι ακόμα το μυαλό μου κολλάει στη μυρωδιά του αυτοκινήτου, τις σύντομες σιωπές και το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να σε ξεφτιλίσει χωρίς καν να το καταλάβουν οι γύρω. Όμως εγώ το κράτησα μέσα μου. Το δούλεψα.

Ήτανε η Μαρία, συνάδελφος στη δουλειά. Ήμουν τρία χρόνια στην εταιρεία, στο λογιστήριο, δουλικά και με χαμηλό το κεφάλι, μέχρι που την προσέλαβαν – και ξαφνικά γέμισαν τα πρωινά μας με φωνές, αρώματα και κάτι πονηρά γελάκια που όλοι τα έπιαναν, αλλά κανείς δεν τα σχολίαζε δυνατά. Στην αρχή, μου φάνηκε συμπαθής. Είχα χάσει και τη μάνα μου τον περασμένο χειμώνα, ήμουν μαζεμένος. Η Μαρία ήρθε ζεστή, φιλική – αυτή που σε χτυπάει φιλικά στην πλάτη, δήθεν “ξέρει τη φάση” και “μη μασάς, όλα παίζουν”. Μου έλεγε αστεία, με άνοιγε σιγά σιγά.

Αυτό, βέβαια, κράτησε μέχρι που με έβαλε στο μάτι για κάτι δικό της: την προαγωγή που είχανε τάξει “σε όποιον διαχειριστεί καλύτερα το νέο έργο”. Ήμασταν κι οι δύο στην ομάδα, με επιφορτισμένο τον ίδιο φάκελο. Εκεί λοιπόν ξεκίνησε το παιχνίδι της – να με σαμποτάρει ήσυχα, να φτιάχνει σκηνικό στο αφεντικό πίσω από την πλάτη μου. Άρχισε από απλά: να αργεί να μου στείλει έγγραφα, να μου πετάει δήθεν ξεχασμένα στοιχεία, να σχολιάζει μπροστά στους άλλους ότι “για κάποιο λόγο ο Άγγελος κάτι χάνει τελευταία, μήπως είναι αγχωμένος;”.

Την πρώτη φορά, σκέφτηκα πως ήταν τυχαίο. Τη δεύτερη, νευρίασα. Έγινε συνήθεια – και το χειρότερο; Τραβούσε κι άλλους στην παρέα της, λες κι έστηνε ολόκληρο θίασο που με παρακολουθούσε να σκοντάφτω. Υπονοούμενα, χαζοχαμόγελα, κάτι “εκεί ήταν, δεν το βρήκες;” στα πηγαδάκια του διαλείμματος.

Δεν ξέρω τι με πλήγωσε περισσότερο: το ότι με εκμεταλλεύτηκε ή το ότι το έκανε τόσο υπολογισμένα, χωρίς ίχνος ενοχής. Αλλά το άφησα να κυλήσει. Δεν είπα κουβέντα. Προσπάθησα να μη μιλάω γι’ αυτό ούτε στον εαυτό μου. Νόμιζα θα περάσει, ότι κάπως θα στρώσει με τον καιρό. Τελικά, εκείνη πήρε το έργο, την προαγωγή και ό,τι ήθελε. Της έκανα και τη χειραψία μπροστά σε όλους, με εκείνο το χαζό, ανώδυνο χαμόγελο που φοράς όταν νιώθεις γυμνός στον δρόμο.

Μου πήρε μήνες να συνέλθω. Συνέχισα να δουλεύω, να κάνω αυτό που ξέρω. Δεν άλλαξα στάση: την καλημέριζα κάθε πρωί, συγγνώμη, ευχαριστώ, όλα στην ώρα τους. Εκείνη, στα ίδια. Όταν ήρθε καινούριο έργο, ήξερα πού το πήγαινε· είχα μάθει να διακρίνω τις παγίδες της. Αυτή τη φορά, μάζεψα τα κομμάτια μου, παρατήρησα τον τρόπο που λειτουργεί, τα μικρά κενά που αφήνει όταν βιάζεται να εντυπωσιάσει.

Δούλευα αθόρυβα. Δεν κοινοποιούσα τίποτα – τα έγγραφά μου, τα αρχεία, τις σημειώσεις μου, όλα σε προσωπικό στικάκι. Κανένας δεν ήξερε πού είχα φτάσει, ούτε καν αυτή. Πήρα πρωτοβουλίες χωρίς να πολυμιλάω, έβγαζα άκρη σε προβλήματα που ούτε η ίδια ήξερε πώς να δει. Άφηνα επίτηδες κάτι αναπάντητα email στο γραμματοκιβώτιο, ήθελα να φαίνεται ότι κάπου καθυστερώ. Της θύμισα μέρες που με περνούσε για χαζό.

Έβλεπα το άγχος της να μεγαλώνει. Άρχισε να ζητάει βοήθεια, να ρωτάει “πού βρίσκεται η αναφορά” – κι εγώ ευγενικά απαντούσα ότι “την επεξεργάζομαι ακόμη, όποτε χρειαστείς, πες μου”. Την άφησα να εκτεθεί. Στο πρώτο μεγάλο meeting, έλαμψα. Ο προϊστάμενος με ρώτησε ξαφνικά για μια τριμηνιαία ανάλυση που περιμέναμε όλοι• η Μαρία είχε διαβεβαιώσει πως “όλα έγιναν, όλα στην ώρα τους”. Είχα έτοιμη την ανάλυση, σωστή, τεκμηριωμένη – και τό’πιασα απ’την αρχή, μπροστά σε όλους, ήρεμα, χωρίς πάθος. “Θέλω να σας δείξω τη δουλειά που έκανα μόνη μου, δεν ήθελα να επιβαρύνω τη Μαρία γιατί είχε άλλα deadlines”, είπα ήσυχα, ενώ τα βλέμματα πήγαιναν από μένα σε κείνη.

Ο διευθυντής με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα του σκύλου που μύρισε ψέμα. Η Μαρία πάγωσε. Δεν είπε τίποτα. Ένα λεπτό κράτησε αυτή η ησυχία και κάτι δευτερόλεπτα. Το meeting τελείωσε με χειραψίες και συγχαρητήρια – αυτήν τη φορά, σε μένα.

Θα μπορούσα να σταθώ να πανηγυρίσω ή να της το τρίψω στη μούρη. Δεν το έκανα. Την ακολούθησα σιωπηλά μέχρι τα γραφεία, έφτιαξα καφέ, της πήγα έναν. “Μην αγχώνεσαι”, της είπα, “όλοι έχουμε άσχημες μέρες”.

Από τότε άλλαξε η συμπεριφορά της. Έκλεισε. Δεν έχτιζε φιλίες, δεν ένωνε πρόσωπα εναντίον μου. Δεν ξέρω αν της έμεινε κάτι, αλλά εγώ ηρέμησα – γιατί αυτό που είχα ανάγκη δεν ήταν να τη δω ρεζίλι, αλλά να αποκαταστήσω τον εαυτό μου στα μάτια μου. Να ξαναπατήσω γερά. Είναι περίεργο πώς μια στιγμή αναμονής, ένα άδειο βλέμμα κι ένα χαμόγελο χωρίς λόγο γίνονται η πιο γερή εκδίκηση.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Άγγελος.