Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή ανατροπή της Μαρίας στο γραφείο

Ξέρεις, τώρα που κάθομαι και τα σκέφτομαι πιο ήρεμα, νομίζω αυτή η ιστορία έγινε η αφορμή να αλλάξω σαν άνθρωπος. Και παρόλο που πέρασα δύσκολα, ίσως τελικά κι αυτό να με ωφέλησε κάπως. Θα στα πω ειλικρινά, χωρίς στολίδια και παραμύθια. Όπως το έζησα.

Όλα έγιναν ένα χειμώνα, πριν από τρία χρόνια. Δούλευα τότε σε μια μικρή εταιρεία διαφημιστικών, στο Περιστέρι. Γραφείο στη γωνία, πέντε άτομα όλα κι όλα. Ήμουν νέα στον χώρο, ήθελα να μάθω, να συγχρονιστώ, να βρω βήμα. Είχα έναν «μέντορα», έτσι νόμιζα τουλάχιστον: τον Κώστα. Αυτός ήξερε κόσμο, είχε περάσει πολλά, όλοι τον άκουγαν. Στην αρχή μου έδειχνε ενδιαφέρον – πως είμαι τυχερή που βρίσκομαι δίπλα του, θα με μάθει, θα με προωθήσει.

Μέχρι που ήρθε εκείνο το μεγάλο πρότζεκτ. Ήταν για μια γνωστή αλυσίδα. Ρίξαμε πολλή δουλειά, ιδέες, ξενύχτια – εγώ δηλαδή, τις περισσότερες ώρες. Ο Κώστας μου φερόταν λες και ήμουν το δεξί του χέρι, αλλά μετά από μια φάση κατάλαβα… δεν ήταν μόνο αυτό. Τις ιδέες μου, τις παρουσιάσεις, ακόμα και αστεία ή ατάκες που του έλεγα στον καφέ, τα εμφάνιζε δικά του. Με διόρθωνε μπροστά στους άλλους, κάποιες φορές με περνούσε για αόρατη. Στην παρουσίαση του πρότζεκτ, με άφησε έξω εντελώς. Εμφανίστηκε μόνος, πήρε όλη τη δόξα, και φυσικά η αναγνώριση… πουθενά για μένα.

Όλα έγιναν επίτηδες. Το κατάλαβα όταν μια μέρα άκουσα την αφεντικίνα, τη Δήμητρα, να του λέει «Κώστα, θαυμάζω πώς σκέφτεσαι!» και του έκανε παλαμάκια μπροστά μου. Εγώ εκείνη τη στιγμή κατάπια τα νεύρα μου, κράτησα το στόμα μου κλειστό.

Δε σου κρύβω, το πρώτο βράδυ έκλαιγα μόνη στο σπίτι. Προσπαθούσα να σκεφτώ αν φταίω εγώ, αν ζητάω πολλά, αν υπάρχει λόγος να με πνίγει το άδικο έτσι, με τόση δύναμη. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε φίλους ούτε σύντροφο. Μόνο το κράτησα μέσα μου και έσκαβα το μυαλό μου – όχι για εκδίκηση, ακόμα. Πιο πολύ για να καταπιώ το χαστούκι.

Αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και είδα που πήγαινε το πράγμα. Ο τύπος άρχισε να το κάνει συστηματικά. Με έβαζε να του φτιάχνω το δημιουργικό και μετά το παρουσίαζε ως δικό του. Στην ομάδα, όταν πέφταμε σε πρόβλημα, με έφερνε καθυστερημένη, λες και ήμουν άχρηστη. Δεν μπορούσα πια να το αντέξω.

Πέρασε από το μυαλό μου να τα σπάσω όλα, να φωνάξω, να του τα πω ένα-ένα. Αλλά δεν το ‘κανα. Ήξερα ότι περίμενε να ξεσπάσω για να με βγάλει και «υστερική», άρα και ακατάλληλη για εργασιακό χώρο.

Αντ’ αυτού, άφησα τη σιωπή να δουλέψει γι’ εμένα. Άρχισα να κρατάω σημειώσεις, να αποθηκεύω, να στέλνω κάποιες λεπτομέρειες στο προσωπικό μου e-mail – πάντα ό,τι αφορούσε δικές μου ιδέες και λύσεις. Όταν μου ζητούσαν εμπνεύσεις για μια καμπάνια, παρέδιδα τις ιδέες μόνο γραπτώς, πάντα στο mail της ομάδας, που είχε κι άλλους αποδέκτες εκτός από τον Κώστα. Δεν ήθελα να δημιουργήσω σκηνικό, ούτε να δώσω αφορμή.

Ο καιρός περνούσε κι εγώ σιγά-σιγά γινόμουν αόρατη μπροστά του, αλλά ορατή στους άλλους. Στα καθημερινά meeting, πετούσα ιδέες εκεί που δεν το περίμεναν – κι όταν ο Κώστας προσπαθούσε να τις ξαναπεί αργότερα, κάποιοι άρχισαν να τον κοιτούν περίεργα. Έδειχνα ήρεμη, ψύχραιμη, του μιλούσα όσο χρειαζόταν. Εγώ θυμόμουν κάθε στιγμή, κάθε κουβέντα του, αυτός όχι. Μου είχε πει: “Το θέμα είναι ποιος φαίνεται πιο έξυπνος”. Του χαμογέλασα τότε και κράτησα τα λόγια του.

Την κίνηση-ματ την είχα ετοιμάσει μήνες. Ένας διαγωνισμός για νέα εταιρική καμπάνια έτρεχε στον κλάδο μας. Δεν το έμαθα από το γραφείο – το ήξερα από φίλο σε άλλη εταιρεία. Ετοίμασα δική μου πρόταση, βασισμένη σε όλες εκείνες τις ιδέες που ο Κώστας είχε «υιοθετήσει» τους προηγούμενους μήνες. Αυτή όμως τη φορά, χρησιμοποίησα και στοιχεία που μόνο εγώ ήξερα – αυτά που δεν είχε προλάβει να οικειοποιηθεί.

Κατέθεσα την πρόταση με την υπογραφή μου, ως ιδιώτης, εκτός εταιρείας. Συμπλήρωσα και το απαραίτητο συνοδευτικό, αναφέροντας με λεπτομέρειες ποιες ιδέες ήταν πρωτότυπες και πώς είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν. Δεν το περίμενα να επιλεγεί, αλλά μαντεύεις το αποτέλεσμα: Από τα σαράντα projects επέλεξαν το δικό μου. Η ανακοίνωση βγήκε σε όλα τα μεγάλα portal του κλάδου και φυσικά, πολλοί το είδαν – και η εταιρεία, και ο ίδιος ο Κώστας.

Στο γραφείο, δεν είπα τίποτα. Δεν κοίταξα κανέναν. Εκείνος κυκλοφορούσε σαν χαμένος, να μου πετάει μπηχτές για “τυχαίες συμπτώσεις” και “καλές ιδέες που κάπου μπερδεύτηκαν στον αέρα”. Μια μέρα, ήρθε κοντά μου, με κάλεσε έξω για ένα τσιγάρο. Εκεί, με το βλέμμα κάπως χαμηλό, μου είπε «Δεν ήθελα ποτέ να τα φτάσουμε εδώ. Αλλά είσαι καλή». Ξαναγύρισε στον υπολογιστή του, κι από τότε δεν ξανασχολήθηκε μαζί μου. Μετά από λίγο καιρό, άρχισε να απομονώνεται από την υπόλοιπη ομάδα. Τα project του «κολλούσαν», ο κόσμος έβλεπε ότι βασικά δεν είχε τόσα να προσφέρει όσο ήθελε να φαίνεται.

Εγώ δεν χρειαζόμουν καν να πω κάτι ή να εξηγήσω. Μετά από δύο μήνες, άλλαξα δουλειά – με καλύτερες συνθήκες και κυρίως: με το όνομά μου στη θέση που του άξιζε. Η αλήθεια βγήκε σιωπηλά και αναπόφευκτα, χωρίς φωνές και μπλεξίματα. Ύστερα από εκείνο το “χαμένο” project, ο Κώστας έμεινε στη γωνία. Είχε χάσει το ρόλο του μέντορα και η εταιρεία άρχισε να ψάχνει για κάποιον με φρέσκιες ιδέες.

Μετά από καιρό έμαθα πως ο ίδιος την έκανε για άλλη εταιρεία, χωρίς ποτέ να ξαναφτάσει στη θέση που είχε. Εμένα, όσοι έπρεπε, με θυμήθηκαν με το πραγματικό μου όνομα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.