Μου φάνηκε ότι πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, αλλά η αλήθεια είναι πως μόλις τρία–τέσσερα έχουν περάσει. Όταν πας να κλείσεις τα τριάντα κι έχουν ήδη αρχίσει να σε βαραίνουν διάφορες φιλικές και επαγγελματικές “μαχαιριές”, περιμένεις να έχεις χοντρόπετση καρδιά. Αλλά κάποιες πληγές πάνε πιο βαθιά, κι αυτό που μου έκανε ο Παναγιώτης ήταν από αυτά τα πράγματα που μου έχουν μείνει αξέχαστα.
Με τον Παναγιώτη ήμασταν φίλοι από τη σχολή, κάτι σαν αδέρφια. Η φιλία μας είχε χτιστεί πάνω στο ρακί και στις τίμιες αγωνίες των φοιτητικών χρόνων. Περάσαμε δύσκολα και μαζί και χώρια. Φτάσαμε να συνεταιριστούμε και στη δουλειά: ανοίξαμε ένα μικρό γραφειάκι σε μια πολυκατοικία στην Καλλιθέα, μισοί–μισοί σε όλα, όπως τα είχαμε συμφωνήσει. Αυτό, στην αρχή. Γιατί, βλέπεις, ο Παναγιώτης ήταν από αυτούς που μπαίνουν σαν φίλια δύναμη, αλλά άμα σε δουν αδύναμο έστω και λίγο, το γυρνάνε το παιχνίδι και σε τρώνε λάχανο.
Δεν θα το έπιανες εύκολα το δικό του “δηλητήριο”. Δεν έμπλεκε ποτέ σε φασαρίες, δεν “τα’ χωνε” ποτέ μπροστά σε τρίτους. Έριχνε κάτι ψιλά υπονοούμενα, κάτι μισόλογα, που στην αρχή δεν τα έπιανα για το πώς αναλάμβανε και “κλείδωνε” πελατεία μόνος του. Χωριζόμασταν να φέρει κι αυτός κάποια δουλειά και ξάφνου έβρισκα πελάτες μου να ψάχνουν να βρούνε αυτόν. Στην αρχή “λεπτομέρειες”, έτσι νόμιζα. Το πήγα κουλ, γιατί ήμουν κι εγώ εύπιστος: “έλα, ρε συ, φίλοι είμαστε…”. Αλλά καθώς μαζευόντουσαν τα περιστατικά, άρχισα να το παίρνω βαριά.
Το αποφάσισα ο ίδιος να το τσεκάρω, όταν άκουσα από μία παλιά μας δουλειά – έναν κύριο Τάσο – να μου λέει, έξω από τα δόντια, ότι δεν χρειάζεται πια κάτι γιατί του το έκλεισε ήδη ο Παναγιώτης. Περάσανε λίγες μέρες ακόμα, ήμουν με σκυμμένο το κεφάλι, μιλούσα λίγο, κρατούσα πράγματα που φυσιολογικά θα μοιραζόμουν, θύμωνα με τον εαυτό μου που δεν έκανα τίποτα. Όλα σιγανά, “πολιτισμένα”. Είχα βαρεθεί να με θεωρούν δεδομένο και αν όλο αγάπη.
Ξεκίνησα να τον παρατηρώ. Σκηνές γεμάτες σιωπή, κάτι ματιές που πέφτανε γρήγορα στο κινητό του, κάτι μηνύματα που έκρυβε διακριτικά, συναντήσεις που πήγαινε να “κανονίσει” μόνος του. Δεν ήθελα να γίνω καραμπινάτος “ρουφιάνος”, αλλά μια μέρα που βρέθηκα στο γραφείο νωρίς, άκουσα κατά λάθος τη φωνή του από το δωμάτιο, να κλείνει ραντεβού με πελάτη που εγώ έχω δώσει καρτέλα και στοιχεία. Άκουσα το “ναι, αυτόν αφήστε τον σε μένα, ξέρω εγώ”. Ξανά σιωπή, δεν είπα τίποτα, δεν τον αντιμετώπισα στα ίσια. Κάτι μέσα μου με έκανε να κρατάω την ένταση να χτίζεται. Δεν ήθελα να γίνω κλασικός, εκρηκτικός τύπος, ήθελα να το παίξω αλλιώς.
Άρχισα να σημειώνω ονόματα και καταστάσεις σε ένα τετράδιο. Δεν ήξερα αν θα το χρειαστώ, αλλά με βοηθούσε να βάζω τα πράγματα κάτω ψύχραιμα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ό,τι σοβαρό ανέκυπτε το κατέγραφα. Ακούστηκε μυστήρια, όμως με ηρεμούσε ότι δεν το κατάπινα αμάσητο.
Σκέφτηκα να τα βροντήξω την ίδια κιόλας εβδομάδα, αλλά το άφησα. Έβλεπα τον Παναγιώτη να νομίζει ότι όλα πάνε τέλεια, να μιλάει στους γνωστούς μας σαν να ήμασταν πάντα δίδυμοι-συνεργάτες, κι αυτό με φούντωνε. Μεγάλωνε μέσα μου η υπομονή κι η οργή μαζί.
Εντάξει, έπρεπε να του κλείσω το “σπίτι”, δεν ήθελα να κάνω ζημιά στην καριέρα μου, ήθελα να βγω κερδισμένος αλλά και σωστός στο δικό μου μυαλό. Άρχισα λοιπόν, χωρίς να το ξέρει, να μιλάω με τους πελάτες απευθείας, όποτε είχε “καλεσμένους”. Ό,τι έλεγαν, το σημείωνα. Έπεισα τους δύο βασικότερους ότι θα φέρω καλύτερες τιμές και παροχές, αν συνεργαστούν εντελώς μαζί μου κι όχι με εμάς τους δύο ως “εταιρεία”. Ο Παναγιώτης ούτε που το πήρε χαμπάρι. Εγώ ακόμα φαινόμουν άνετος, κεφάτος, όπως πάντα.
Και κάπου εκεί, έστησα και τη μεγάλη μου “υποχώρηση”. Βγήκαν στο φως δυο παράλληλα συμβόλαια που είχε παρακάμψει το όνομά μου για να πάρει προσωπικά το όφελος. Πήρα τα στοιχεία, μάζεψα όσες σημειώσεις είχα κι έβαλα κάτω όλα τα χαρτιά. Έφτιαξα έναν δικό μου φάκελο, όπου φαινόταν καθαρά πόσους πελάτες είχε “γυρίσει” εν αγνοία μου. Ήθελα να υπάρξει σαφήνεια, όχι απλώς μια τσακωμένη κουβέντα.
Το μεγάλο τελικό κόλπο ήταν καθαρά κοινωνικό. Οργάνωσα ένα δείπνο, ένα μικρό reunion με τους κοινούς γνωστούς και μερικούς από τους πελάτες. Εμφανίστηκα στην ώρα μου, ήμουν ψύχραιμος, ανέφερα παντού πόσο καλά πάμε, σε στιλ “τι ωραία που όλοι δουλεύουμε μαζί, μπράβο μας”. Εκείνη τη στιγμή, προσφέρθηκα δημόσια να δείξω σε όλους μερικά νέα συμβόλαια που ετοίμασα “για να τα δούμε όλοι μαζί”. Σαν να μην τρέχει τίποτα, έβγαλα τον φάκελό μου κι άφησα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι. Έκανα δυο–τρεις νύξεις, καθαρά, χωρίς καν να πω κάτι επιθετικό: “Εδώ φαίνεται να λείπει το όνομά μου, Παναγιώτη, για δες λίγο κι εσύ, μήπως έγινε κάνα λάθος;”.
Το βλέμμα του πάγωσε και κοκκίνησε. Έμεινε σιωπηλός – πρώτη φορά να έχει χάσει τα λόγια του. Οι υπόλοιποι τίποτα δεν κατάλαβαν αμέσως, αλλά μόλις διάβαζαν με τα μάτια τους, κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, αναρωτιόντουσαν. Οι πιο παλιοί πελάτες ήξεραν τι κάνει κάθε γραφείο, το ψιλιάστηκαν στο λεπτό. Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν γροθιά στο στομάχι όλων. Ούτε φωνή ούτε καβγάς – μόνο η αλήθεια ντυμένη με μεθοδικότητα. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα παραπάνω. Το είδαν, τα είπαν μόνοι τους.
Τις επόμενες εβδομάδες όσοι είχαν μείνει με τον Παναγιώτη άρχισαν να φεύγουν διακριτικά. Οι δυο βασικοί πελάτες ποτέ δεν ξαναπήραν τηλέφωνο από το σταθερό γραφείου. Αναγκάστηκε να “μαζέψει το παιχνίδι” και τελικά έφυγε μόνος του, λίγους μήνες μετά. Το γραφείο έμεινε σε μένα – και η φήμη ότι δεν κάνεις λαδιές στους δικούς σου, ειδικά αν ο άλλος κρατάει ήσυχα και τις λεπτομέρειες.
Δεν λέω πως βρήκα την ηρεμία μου αμέσως – το ψήσιμο να μη γίνω σαν αυτόν ήταν εξίσου δύσκολο. Όμως ξόφλησα. Και η πιο μεγάλη εκδίκηση, τελικά, ήταν ότι κατάλαβε όλοι ποιος πραγματικά ήταν, χωρίς εγώ να λερώσω τα χέρια μου.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.