Ιστορίες Εκδίκησης – Ο συγκάτοικος που με πέρασε για κορόιδο

Ξέρεις, κάποιοι άνθρωποι λένε ότι η εκδίκηση είναι πιάτο που τρώγεται κρύο. Εγώ λέω πως είναι καλύτερα να μη σε δουν να τρως, να μη καταλάβει κανείς τι μαγειρεύεις, μέχρι που να έχεις ήδη χορτάσει. Αυτή είναι μια ιστορία από εκείνες που σπάνια λες σε άνθρωπο, όχι γιατί ντρέπεσαι ακριβώς, αλλά γιατί κάθε φορά που τη σκέφτεσαι το στομάχι σου σκαλίζει κάτι παλιό, κάτι που σε πόνεσε πραγματικά. Φοιτητικά χρόνια, Αθήνα, Σεπτέμβρης του 2014. Είχα μόλις μετακομίσει σε δυάρι στο Παγκράτι με συγκάτοικο τον Μάνο, φοιτητή της Φιλοσοφικής τότε. Δεθήκαμε γρήγορα, καταλαβαινόμασταν χωρίς πολλά λόγια, μέχρι που ήρθε αυτή η ιστορία…

Το 2015 οι δουλειές σπανίζουν, ο καθένας ό,τι βρει αρπάζει. Σέρβιρα τρία βράδια τη βδομάδα σε ένα ροκ μπαρ κάτω από το σπίτι, έβγαζα κάπως τα έξοδα. Ο Μάνος πού και πού έβρισκε κάτι μεροκάματα, αλλά κυρίως ζούσε από λεφτά που του έστελναν οι γονείς του. Ή, στην πραγματικότητα, από τα κοινά μας λεφτά. Γιατί ο Μάνος είχε αρχίσει να “ξεχνάει” να πληρώνει το νοίκι, το ρεύμα, ακόμα και τα σούπερ μάρκετ τα πλήρωνα εγώ στην αρχή. Μικροπράγματα, έλεγα, να τ’ αφήσω, παιδί είναι ακόμα. Μέχρι που άρχισα να βρίσκω ψιλο-δικαιολογίες στη συμπεριφορά του: “Ξέχασα το πορτοφόλι”, “Με χρωστάνε, σου δίνω όταν μου τα φέρουν”, “Έλα τώρα μωρέ, φίλοι να μην είμαστε;”

Ήμουν εκεί κάθε φορά που χώριζε, που τσακωνόταν με τους δικούς του, το κλασικό “μένουμε μαζί φίλε, για τα καλά και τα άσχημα”. Μόνο που άρχισα σιγά σιγά να νιώθω ότι απλώς του ήμουν βολικός. Δεν χώνεψε ποτέ την Ελένη, την κοπέλα μου. Υπονοούμενα, πειραγματάκια μπροστά της — τυχαία κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι της έστελνε μηνύματα. Φυσικά, αθώα πράγματα, σχετικά με μαθήματα, έλεγε. Δεν τον πίστεψα, αλλά είπα να το αφήσω να περάσει.

Η σταγόνα ήταν ένα βράδυ που κλείσαμε γιορτή στο μαγαζί, μαζευτήκαμε όλη η παρέα. Η Ελένη έφτασε αργότερα, κάθισε δίπλα του, αγκαλιές — εμένα ούτε να με κοιτάξει καλά καλά. Εκείνο το βράδυ, πριν φύγουμε, άκουσα κατά τύχη στο διάδρομο τον Μάνο να λέει σε κάποιον: “Αστον μωρέ… είναι λίγο κορόιδο ο Μιχάλης, ό,τι να ‘ναι κάνει.” Έμεινα εκεί, μισοκρυμμένος, πάγωσα, και δεν έκανα τίποτα. Έμεινα μες σ’ εκείνη τη σιωπή, τις μέρες που ακολούθησαν.

Δε μίλησα, δεν αντέδρασα. Έκανα ακριβώς το αντίθετο: Τον αντιμετώπιζα όπως πάντα, του φέρθηκα ακόμα πιο φιλικά από πριν. Όλη η οργή μου, το παράπονο, μετέτραψαν σιγά-σιγά σε μια ήρεμη απόσταση. Δεν ήθελα ούτε να ξεσπάσω ούτε να τον φέρω προ τετελεσμένων. Ήθελα να τον δω να αποκαλύπτεται μόνος του.

Βήμα-βήμα, ετοίμασα το έδαφος. Σταμάτησα να πληρώνω τα ψώνια. Απέφευγα συστηματικά να “ξεχνάω” το δικό μου πορτοφόλι, έφερα εις πέρας τους δικούς μου λογαριασμούς και περίμενα. Άφησα τον Μάνο να “εκτεθεί”, άρχισα να λέω στους κοινούς μας φίλους από εδώ κι από κει μικρές ιστορίες του τύπου “εγώ τα έχω πληρώσει όλα, αλλά δεν πειράζει, είναι και δύσκολοι καιροί”. Σιγά-σιγά χτίστηκε το κλίμα.

Η Ελένη ήταν αυτή που μου έδωσε το τελικό κομμάτι στο παζλ. Ένα βράδυ με πήρε τηλέφωνο: “Ξέρεις, ο Μάνος μου έγραψε κάτι περίεργα. Νομίζω πρέπει να το δεις.” Δεν έγινε φασαρία – δεν υπήρχε λόγος. Της είπα μόνο “Κράτα τις συνομιλίες.” Συνέχισα να κρατάω τη στάση μου καθημερινά – καμιά αιχμή, καμιά κουβέντα.

Το κρίσιμο σημείο ήρθε κάνα μήνα μετά, όταν έγινε πάρτι γενεθλίων της Μαρίνας, της “μαμάς” της παρέας. Μαζεύτηκαν όλοι: άτομα που γνωρίζαμε χρόνια, κοινοί φίλοι, κι εγώ τελευταίος, με ένα χαμηλό χαμόγελο. Ο Μάνος επίσης εκεί, ο πιο φιλικός απ’ όλους. Είχα ήδη μιλήσει πριν με τους πιο κοντινούς, είπα ένα-δυο λόγια παραπάνω στην παραλία τις προάλλες – ατάκες του στιλ “έλα, κι εσύ δεν νιώθεις καμιά φορά ότι ο Μάνος περιμένει να του τα ‘χεις έτοιμα όλα;”. Τίποτα τρανταχτό, απλά “πες μου αν είμαι υπερβολικός”.

Ξεκίνησαν να πίνουν, τραγουδούσε ο Μάνος πρώτος-πρώτος. Κάποια στιγμή, ένα παρκάκι, κάτι μπύρες, άρχισαν ψιλές εντάσεις για τα κοινόχρηστα, το άφησα να κυλήσει φυσικά. Ο Βασίλης πετάγεται: “Παιδιά, εσείς το ξέρετε ότι ο Μιχάλης πληρώνει ολόκληρο το νοίκι για το σπίτι αυτόν τον καιρό;” Αμηχανία. “Έλα ρε, υπερβάλλει!” απαντάει ο Μάνος – “Ρώτα ρε συ Ελένη, μια φορά, που είμαστε μπροστά και δεν είχε λεφτά ούτε για το ρεύμα!” Κι εκείνη, ήρεμη: “Ναι, κι εγώ έχω κρατήσει τα μηνύματα που μου ‘στειλες.”

Η κουβέντα πάγωσε. Μία δύο φίλες κοίταζαν τον Μάνο με άσχημο βλέμμα, οι μισοί δεν μίλησαν. Εκείνος τα μάζεψε, προσπάθησε να αλλάξει θέμα, αλλά ήταν αργά. Ένιωσα σαν να αδειάζει το δωμάτιο γύρω του. Εγώ, χαλαρός, ρούφηξα μια γουλιά μπύρα κι άλλαξα κουβέντα. Μέτρησα ως το πέντε μέσα μου και κοίταξα να βγω έξω για τσιγάρο, δίνοντας χώρο στην αμηχανία να σταθεί εκεί που ανήκει – πάνω του. Μετά από εκείνο το βράδυ δεν μου ζήτησε τίποτα ποτέ. Βρήκε άλλο διαμέρισμα, άλλη παρέα.

Αν μου έλειψε; Ίσως, λίγο το πρώτο καιρό. Ύστερα κατάλαβα ότι το να αφήσεις κάποιον να αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο είναι πιο ηχηρό από οποιαδήποτε φωνή. Και έτσι, πήρα πίσω την αξιοπρέπειά μου, σιωπηλά.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.