Θυμάμαι εκείνη την περίοδο σαν να παίζει replay στο μυαλό μου καμιά φορά, αργά τα βράδια. Δεν είναι ότι με βασανίζει, απλά είναι αυτά τα πράγματα που σε αλλάζουν, σε μαθαίνουν πώς να διαβάζεις αλλιώς τους ανθρώπους. Να προσέχεις. Ήταν το 2017, λοιπόν. Εγώ 29, δουλεύω ήδη έξι χρόνια σε μία ασφαλιστική, Αθήνα, Καισαριανή. Εκείνος, ο Βαγγέλης, μόνιμος σηκωμένος για όλα, με το χαμόγελο αυτό το πλατύ, το δήθεν «ανοιχτό» αλλά να, σου το ορκίζομαι, πάντα κάτι μου κάθονταν στραβά μαζί του. Ίσως εκείνος ο τρόπος που πρόφεζε το όνομά μου, μισό αστείο, μισό αδιαφορία.
Δουλεύαμε στο ίδιο τμήμα – claims. Ο Βαγγέλης ήταν ο “προϊστάμενος ομάδας”, ας πούμε. Πρακτικά έκανε πως έτρεχε τα πάντα, αλλά συνήθως φόρτωνε δουλειά στους άλλους, ειδικά όταν ήταν να κουβαλήσουμε αρχεία ή να μιλήσουμε με δυσαρεστημένους πελάτες. Εγώ από την άλλη πάντα κράταγα το κεφάλι κάτω. Δούλευα, δεν μιλούσα πολύ, ήξερα ότι κάποιες μέρες απλά πρέπει να κάνεις τα κουμάντα σου και να φεύγεις ήσυχα.
Ώσπου έσκασε εκείνο το project, η ανανέωση μεγάλης συμφωνίας με μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ο Βαγγέλης με φωνάζει — “Εσύ θα το φέρεις βόλτα, είσαι ο πιο αξιόπιστος εδώ μέσα.” Ε, τι να ‘κανα, ξεκίνησα, έτρεξα, μέρες χωρίς σχόλια, χαρτούρα ατέλειωτη, κόντρα σε όλα τα παράπονα, έλεγξα τα πάντα. Πήγε σούπερ το πράγμα. Ποτέ όμως δεν είπε μια κουβέντα μπροστά στο τμήμα, κάποιο «μπράβο», κάτι. Τίποτα, σιωπή.
Μετά από δύο βδομάδες, βλέπω στο intranet: ανακοίνωση για «επιβράβευση» στον Βαγγέλη και τη “συνεισφορά του στην εξασφάλιση νέας συνεργασίας”. Δεν με πήραν τηλέφωνο καν. Από κάτω, ολόκληρο κείμενο με τη δουλειά που έκανα εγώ. Νίλα, ρε φίλε. Περίμενα μήπως είναι κάποιο λάθος, μήπως κάτι δεν κατάλαβα. Λες και η γη σταμάτησε να γυρίζει. Εγώ που δούλεψα μισό, που δεν με ένοιαξε τίποτα άλλο εκείνον τον μήνα, να έχει πάρει όλη την αναγνώριση ο Βαγγέλης. Στο γραφείο, τα υπονοούμενα πια δεν κρύβονταν· “Άντε και σ’ ανώτερα, φρόντισες καλά να προωθήσεις τον αρχηγό σου,” κορόιδευαν κάποιοι, με πείραζαν τάχα αθώα.
Εγώ όμως δεν μίλησα. Έκανα αυτό που πάντα κάνω. Είπα θα το καταπιώ, θα το αφήσω, αλλά όχι πια ίδιος. Ένιωσα ότι μου πήρε κάτι προσωπικό. Κοίταξα το γραφείο μου ένα βράδυ, όταν άδειασε η ασφαλιστική, και ένιωσα ότι δεν ήταν δικό μου πια το μέρος. Το ήξερα εκείνη τη στιγμή: έπρεπε να κάνω κάτι, όχι με φωνές ή βαβούρα – αυτά δεν δούλεψαν ποτέ για εμένα. Ήθελα το Βαγγέλη να μάθει τι σημαίνει να νιώθεις αόρατος.
Δεν ήταν εύκολο. Για μήνες απλά παρατηρούσα. Ο Βαγγέλης ήταν τύπος κοινωνικός – όλοι τάχα φίλοι, κανείς όμως δεν τον εμπιστευόταν αλήθεια. Του άρεσε το κους-κους, μάζευε νέα για όλους, κρατούσε σημειώσεις – “για λόγους συντονισμού” έλεγε. Έπιασα σιγά σιγά να διαβάζω τα μικρά του «κενά». Κάθε βδομάδα, σχεδόν πάντα Τετάρτη πρωί, αργούσε στο γραφείο. Μία φήμες για “ραντεβού πελάτη”, μία “προβλήματα με το αμάξι”. Άλλοτε έκλεινε πράγματα “για λογαριασμό της ομάδας”, χωρίς να ρωτάει κανέναν από εμάς. Είχα υπομονή.
Αποφάσισα, λοιπόν, να μιλήσω τη γλώσσα του. Ξεκίνησα να κρατάω και εγώ σημειώσεις. Αυτά που έκανε, πού πήγε λάθος η ομαδικότητα, που “έκλεψε” ιδέες, που μετέφερε ευθύνες αλλού. Πέρασαν τρεις μήνες και τα μάζεψα όλα σε ένα email. Αλλά κρατήσου: δε το έστειλα εκεί που ίσως φανταστείς. Όχι στο διευθυντή, ούτε “καταγγελία” όπως κάνουν κάποιοι, που στο τέλος βρωμίζουν κι άλλο το γραφείο.
Το σχέδιο ήταν πιο λεπτοκομμένο. Τις Πέμπτες μαζευόταν όλο το τμήμα για μπύρες. Ο Βαγγέλης εκεί, πάντοτε πρώτος σε όλα – στην αφαίρεση και στην εξυπνάδα. Εγώ όμως, εκείνο το βράδυ, ήρθα τελευταία στιγμή και κάθισα δίπλα στη Μαρία – καινούργια στο τμήμα, ψαρωμένη, αλλά αληθινά καλή στη δουλειά της. Με το που ήρθε η ώρα των εξυπνακισμών και των πειραγμάτων, πέταξα το πρώτο υπονοούμενο. “Ξέρετε, είναι εντυπωσιακό πώς κάποιοι πετυχαίνουν να φανούν πάντα χρήσιμοι σε προϊστάμενους, ακόμα κι όταν οι άλλοι είναι που τρέχουν αληθινά,” είπα έτσι σαν κουβέντα – τάχα για άλλον χώρο, άλλη δουλειά. Κανείς δε μίλησε. Η Μαρία με κοίταξε λίγο διαφορετικά. Ο Βαγγέλης γέλασε, όπως πάντα.
Αλλά δε σταμάτησα εκεί. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, σιγά σιγά, πέταγα τέτοια “σχόλια”, πάντα με αστείο, αλλά έπιανα στα μάτια των άλλων πως δεν γελούσαν πια ίδιο. Οι παλιοί έπιασαν το νόημα. Οι καινούργιοι γρήγορα έμαθαν να ρωτούν πράγματα σ’ εμένα, όχι στον Βαγγέλη. Μέχρι που σε μια συνάντηση ομάδας, όταν εκείνος πήγε πάλι να καπαρώσει credits για δουλειά που δεν είχε αγγίξει, η Μαρία πετάχτηκε: “Α, νόμιζα πως η Ελένη το έτρεξε αυτό όλο…” και για πρώτη φορά τον είδα να μπερδεύεται, να χάσει τα λόγια του. Δεν θυμάμαι να τον είχα ξαναδεί έτσι.
Σιγά σιγά ό,τι είχε χτίσει πάνω στην εικόνα του “ηγέτη” άρχισε να βουλιάζει. Οι κουβέντες που πριν φτάνανε μόνο στους διευθυντές, τώρα τις άκουγαν όλοι, και δεν τις έλεγε μόνο εγώ. Αρκετοί άρχισαν να διεκδικούν ανοιχτά τη δουλειά τους. Σε λίγο τα ψέματα, οι “εξυπνάδες” και τα παραμύθια του ξεφουσκώσανε. Δεν τον ζήτησε πια κανείς για project, δεν εμπιστεύονταν τις συμβουλές του. Ξεκίνησε να φεύγει τελευταίος από τα after-office μπυρόνια. Κάποια μέρα απλά δεν ήρθε – εξαφανίστηκε, χωρίς ιστορία, χωρίς φασαρία. Έμεινε το γραφείο του άδειο.
Δεν μπορώ να πω ότι χάρηκα. Πιο πολύ ένιωσα να αποκαταστάθηκε μια ισορροπία. Αυτή η σιωπηλή, ανθρώπινη απολογία που δε θα σου τη δώσει ποτέ κανείς άμα δεν τη ζητήσεις.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.