Ξέρετε, κάποιες φορές στη ζωή σου συμβαίνουν πράγματα που λες «θα τ’ αντέξω, πάει και τελείωσε», όμως η αλήθεια είναι πως κάτι μέσα σου τα κρατάει, τα βάζει σε μια άκρη, σαν γραμμάτια που κάποτε λήγουν. Μέχρι που μια μέρα σκάει η ευκαιρία και θες –όχι για να νιώσεις μεγάλος, ούτε για να πολεμήσεις, αλλά απλά γιατί δεν σου πάει να τα φάς όλα ήσυχα χωρίς να κάνεις τίποτα– να πάρεις την ικανοποίησή σου, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι.
Η ιστορία μου πάει αρκετά χρόνια πίσω, ήταν μια περίοδος που τα είχα βρει σκούρα, οικονομικά και ψυχολογικά. Δούλευα τότε σε μια εταιρεία logistics στον Ασπρόπυργο, κι είχα ένα αφεντικό, τον Μπάμπη, από εκείνους τους ανθρώπους που όταν σε κοιτάνε πρώτη φορά, θες να πιστέψεις ότι έχουν χιούμορ και φιλικόφατσα. Γρήγορα όμως καταλαβαίνεις ότι το μόνο που έχουν είναι ο απωθημένος εαυτός τους.
Εγώ, από τους ήσυχους, δεν μιλάω πολύ. Ήθελα απλά να κάνω τη δουλειά μου, τίποτα σπουδαίο. Ο Μπάμπης όμως, ψαχνόταν συνέχεια να βρει ποιος δεν χαιρετάει καλά, ποιος κουτσομπόλευε πότε πήγες στην τουαλέτα, ποιος έχασε λεπτό απ’ το ωράριο. Και μια μέρα, φτιάχνει μια φάση – υποτίθεται για να ανεβάσει το κλίμα (όπως είπε) – όπου στήνει μπροστά μας στο κυλικείο ένα παιχνίδι “ερωτήσεων.” Τύπου, ό,τι και καλά η ομάδα να γνωριστεί καλύτερα, μόνο που οι ερωτήσεις ήταν φτιαγμένες για να εκθέσουν κόσμο. Ερωτήσεις για το ποιος λουφάρει, ποιος έκανε λάθος στα χαρτιά, ποιος έδωσε κουτσομπολιό στο τμήμα.
Ώσπου φτάνει η σειρά μου. Με κοιτάει με εκείνο το χαζοχαρούμενο ύφος και λέει μπροστά σε όλους, «Ποιος λες εσύ, Αντρέα, πως είναι ο πιο άχρηστος εδώ μέσα;» κι αρχίζουν κάτι γελάκια γύρω. Κι εγώ, κοιτάω τα παιδιά, βλέπω τα βλέμματα, κανείς δεν θέλει να μπει στο στόμα του λύκου. Του λέω, «Δεν ξέρω, εγώ όλους τους εκτιμάω.» Μού λέει, «Ωραία, πες μου τότε ποιος σου τη σπάει πιο πολύ;» Κάπου εκεί ψιλοκοκκινίζω, κοιτάω κάτω, βλέπω ότι το κάνει ξεκάθαρα για να με στριμώξει. Εκείνη τη μέρα με γονάτισε – γιατί ήξερα πως το έκανε μπροστά στους άλλους, για να με κάνει να κόψω φτερά, να φανεί πως εγώ είμαι ο ξένος και ο δειλός.
Δεν είπα τίποτα στους άλλους. Ούτε στους φίλους μου, που ήξεραν πώς δουλεύει το πράγμα εκεί μέσα. Το κράτησα μέσα μου – όχι για να κάνω το μάγκα, απλώς γιατί ντρεπόμουν. Το μόνο που σκεφτόμουν από εκείνο το μεσημέρι ήταν το βλέμμα ενός συναδέλφου, της Μαρίας, που δούλευε κοντά μου και πολύ ήσυχο παιδί, να με κοιτάει με συμπόνια, λες και ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου να φάω τη φάση “κάποιος πρέπει να φύγει”.
Το παράξενο ήταν ότι από εκείνη την ημέρα, ο Μπάμπης άλλαξε απέναντί μου. Μικρά πράγματα· κάτι «τυχαία» λάθη στον μισθό, κάτι παραπάνω βάρδιες, περισσότερη γκρίνια. Κι εγώ απλά το έτρωγα. Δεν ήξερα πώς να ανταποδώσω, να μην πω κακό λόγο για τον “ανώτερό” μου, κι ήξερα πως αν έσπρωχνα πολύ, απλά θα έχανα την δουλειά κι ούτε λόγια, ούτε δεκάρα δεν θα έβρισκα δίκιο.
Έτσι, έγινα σκιά. Κρατούσα σημειώσεις, ακούγοντας τα πάντα. Προσπαθούσα να βρω με τον καιρό άκρες – μικρές, ανώδυνες. Παρατηρούσα πώς κωλοέβγαιναν κάτι τιμολόγια, πώς δεν κόβονταν κάποιες υπερωρίες. Ο Μπάμπης, γενικά, ήξερε να το παίζει καθαρός μπροστά στους μεγαλύτερους. Στον ιδιοκτήτη, τον κύριο Σωτήρη, παρουσιαζόταν σαν ο πιο τίμιος, ο πιο εργατικός απ’ όλους.
Είχα πάρει χαμπάρι ότι ο κύριος Σωτήρης ήταν άνθρωπος δίκαιος, δεν γούσταρε λαμογιές. Μια μέρα, τον πέτυχα τυχαία στά ντουζένια του, σαν να ήθελε να ακούσει κάτι που ίσως ήξερα. Εκεί, του πέταξα μια κουβέντα, υπονοώντας πως υπάρχουν «παραξενιές» στην λειτουργία με τα χαρτιά των υπερωριών. Δεν είπα ποτέ όνομα, δεν το ‘παιξα καρφί. Απλά το πέταξα, σπέρνοντας μια υποψία – τίποτα παραπάνω.
Δεν έγινε τίποτα αμέσως. Εκείνη την περίοδο, ήμουν σίγουρος πως το άκουσε, αλλά ήξερα πως τέτοια πράγματα θέλουν χρόνο για να δέσουν. Και όλο αυτό το διάστημα, εγώ έκανα το κομμάτι μου σιωπηλά, συνέχιζα να κρατάω σημειώσεις, να παρατηρώ, αλλά χωρίς να φαίνομαι.
Ώσπου, μετά από δυο μήνες, πετάγεται σαν βόμβα ότι ο κύριος Σωτήρης γίνεται έξαλλος με τον Μπάμπη, επειδή ανακάλυψε παρατυπίες στα τιμολόγια και σε δουλειές που δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα όμως για τη δική μου ανάμειξη. Απλά άκουγα τα σχόλια στους διαδρόμους, τα πρόσωπα που ξαφνικά παίρναν το μέρος μου, ανθρώπους που χθες με απέφευγαν τώρα να με ρωτάνε τι είδα κι εγώ, τι ξέρω. Εγώ το ‘παιζα ανήξερος.
Ο Μπάμπης απολύθηκε χωρίς πολλές φανφάρες. Δεν έγινε φασαρία, κανένα σκάνδαλο. Κανείς δεν έπαιξε το όνομά του στα μανταλάκια – απλά έφυγε, όπως μπήκε, κακή συνήθεια που ξεριζώθηκε ήσυχα. Κι εγώ, άφησα το θέμα να περάσει. Δεν θριάμβευσα, δεν το πανηγύρισα. Δεν ήθελα να φανώ μεγαλύτερος από ό,τι ήμουν. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν αυτό που ένιωθα εκείνη την ημέρα στην κουζίνα – μια ένταση που έσπασε, μια αξιοπρέπεια που έπρεπε να σώσω.
Κοιτάω πίσω και σκέφτομαι πως πολλές φορές η πραγματική εκδίκηση είναι να μην καταλάβει ποτέ ο άλλος τι του ήρθε και από πού. Να μείνεις σιωπηλός, να παρακολουθείς, κι όταν έρθει η ώρα να γυρίσει το τραπέζι, να κάτσεις στη γωνιά σου. Άλλοι το λένε μικροψυχία, άλλοι πονηριά. Εγώ το λέω απλά ανακούφιση.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντρέας.