Ξέρω, οι περισσότεροι θα περιμένατε αν ακούγατε τα δικά μου σε έναν καφενέ να πω κανένα καλαμπούρι ή να το ρίξω στο χαβαλέ, έτσι με ξέρουν όλοι τουλάχιστον. Αλλά αυτή η ιστορία, όσο κι αν θέλω να την μπλέξω με πλάκα, κάθε φορά που τη θυμάμαι μου σηκώνεται η τρίχα – μου ‘χει μείνει κάτι σαν κόμπος στον λαιμό.
Όλα ξεκίνησαν στην παλιά μου δουλειά, σε ένα πρακτορείο διαφημίσεων στο Μοναστηράκι, το 2016. Δούλευα χρόνια εκεί, ήξερα τα πάντα, τα πάνω και τα κάτω της “μαγαζάρας”, όπως τους άρεσε να λένε τα αφεντικά. Εγώ όμως δεν είχα τίποτα δικό μου, ούτε θέση ούτε όνομα, μονίμως το αστείο της παρέας και ο κολλητός που θα σε καλύψει αν αργήσεις, θα σε βοηθήσει στο πλάνο, θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο στο πελάτη.
Αλλά εκείνη που με χαρακτήρισε ήταν η Ελένη· “νέα account manager”, έλεγε η ταμπέλα. Στην αρχή τη θαύμαζα: έμπαινε στο γραφείο και γέμιζε το χώρο, μιλούσε με σιγουριά, φαινόταν πως ήξερε, ή τέλος πάντων ήθελε να δείχνει πως ξέρει. Λίγο παραπάνω ενέργεια από όλους, ένα γέλιο δυνατό, και παντού μέσα. Με τον καιρό άρχισα να βλέπω ένα-ένα τα μικρά σημάδια· έπιανε διακριτικά ιδέες άλλων, τις παρουσίαζε σαν δικές της, καρπωνόταν μπράβο, γκρίνιαζε για τους “άχρηστους κάτω”, κι εγώ ήμουν ένα από αυτούς χωρίς να το ξέρω.
Το αποκορύφωμα ήρθε όταν ξαφνικά βλέπω το μεγαλύτερο πρότζεκτ που έχω στηρίξει ποτέ, με ιδέες δικές μου, γραμμένο στο όνομα της Ελένης. Ανοίγω την παρουσίασή της και διαβάζω λέξη-λέξη τα δικά μου πόιντς, τις στρατηγικές που της ανέλυσα στη ζούλα, ακόμη και τα σλόγκαν! Το αφεντικό την πήρε αγκαζέ και την ανήγαγε σε μούσα του γραφείου· σ’ εμένα, ένα “μπράβο ρε φίλε, στήριξέ τη να δούμε πού θα το πάει”.
Έκανα πως δεν με νοιάζει. Κατάπια την ταπείνωση: έκανα χιούμορ, το ‘πα κι εγώ βαρύ – να ‘ναι καλά η Ελένη, μας ξελάσπωσε πάλι! Οι υπόλοιποι γέλαγαν, αλλά μέσα μου ήξερα πως κάτι έπρεπε να κάνω. Δεν δικαιολογούσα ούτε ένα προσβεβλημένο εγώ μου, ούτε τον ανταγωνισμό – απλώς ένιωθα κουρασμένος από την κοροϊδία.
Πέρασε κάνας μήνας έτσι. Παρατήρησα, περίμενα. Η Ελένη ενίσχυσε το ρόλο της, αλλά και τον καβάλο της. Άρχισε να λείπει χωρίς να δίνει λογαριασμό, να μιλά με ανταγωνιστικά πρακτορεία, να στήνει δικά της μικρομαγαζάκια παράλληλα. Ό,τι μάθαινα, το σημείωνα προσεκτικά. Εγώ είχα μάθει να βλέπω αυτά που άλλοι βαριούνται να προσέξουν – ποιους καλεί, πότε βγαίνει, τι λέει, ποιους συστήνει σαν “ομάδα της”.
Κράτησα χαμηλό προφίλ. Χαιρέταγα, βοηθούσα, ποτέ αρνητικός, πάντα λίγο “αόρατος”· η σκιά κάτω από την τεράστια φιγούρα της Ελένης. Τα πάντα ήσυχα και σιωπηλά, μέχρι που κράτησα την πρώτη απόδειξη: μια μέρα, έστειλε στους πελάτες μας email παρουσίασης, και στη βιασύνη της ξέχασε να αφαιρέσει το edit history του Google Doc. Όλα τα σχόλια, οι αλλαγές, το brainstorming – δικά μου ονόματα μέσα, δική μου δουλειά. Έκανα print screen, το κράτησα καλά.
Στο μεταξύ, η Ελένη είχε αρχίσει να στραβώνει με εμένα. Λιγότερη οικειότητα, πιο πολύ ειρωνεία, κάνα-δυο φορές προσπάθησε να με ξεμπροστιάσει μπροστά στους άλλους, ένα-δυο πικράδες “ποιος το είπε αυτό;” ή “δεν το ήξερα, αλλιώς το έλεγε ο φίλος μας”. Δεν απαντούσα, ούτε πάσχιζα να εξηγηθώ – δέχθηκα το ρόλο του “οσφυοκάμπτη” που ήθελε να με βαφτίσει. Άφησα να σταθεί λίγο αυτή η σιγή, να δέσει η σιωπή στη ρουτίνα της.
Κάποια Παρασκευή, μου ζητήθηκε από το αφεντικό να κάνω μια micro παρουσίαση για νέο project μπροστά σε όλους. Εκεί είδα την ευκαιρία – όχι για φωνές, ούτε για ρεβάνς στα ίσα. Έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα: μίλησα με στοιχεία. Παρουσίαση λιτή, ξερή, τεκμηριωμένη. Στο τέλος, ανέφερα και το κομμάτι με τη διαρροή ιδεών, την ταύτιση σλόγκαν, κι έδειξα διακριτικά το επίμαχο print screen. “Για να ξέρουμε γιατί φτάνουμε τα deadlines με το ζόρι – κάποιοι δουλεύουν για δυο.”, είπα ήσυχα, κοιτώντας τους όλους.
Τα βλέμματα πάγωσαν, η Ελένη ίδρωσε απότομα, κάτι ψέλλισε για “συνεργασίες”, “ομαδικό πνεύμα” και παρεξηγήσεις. Δεν κατηγόρησα, δεν ανέβασα φωνή. Άφησα την αλήθεια στον αέρα, άφησα τους άλλους να συνδέσουν τα κομμάτια. Έμεινα σιωπηλός – με το μολύβι στο στόμα, γυρνώντας τη σελίδα.
Τη Δευτέρα το γραφείο βούιζε. Το αφεντικό την κάλεσε “για καφέ”, μετά ακολούθησαν σιωπές, πηγαδάκια – δεν ξανάκουσα το γέλιο της Ελένης ούτε δυνατά ούτε σιγανά. Εγώ δεν χαιρέτησα το τέλος της, δεν χρειαζόταν. Κράτησα την ίδια στάση: όπως ήμουν πριν. Δούλευα, πρότεινα, γελούσα πια με άλλα. Στο μάτι των άλλων, ίσως έγινα ο “πεισματάρης”· για μένα ήμουν απλώς ο εαυτός μου.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.