Ιστορίες Εκδίκησης – Η χαμένη προαγωγή στην αντιπροσωπεία του Πειραιά

Ξέρω, όλοι λέμε πως οι μεγαλύτερες πληγές έρχονται απ’ τους δικούς μας. Κι εγώ το έζησα στην πράξη – όπως το λένε. Μια ιστορία από εκείνες που όταν τις διηγείσαι σε τρίτους, νιώθεις λίγο αμήχανα, αλλά ακόμα βράζει μέσα σου το ίδιο συναίσθημα, χρόνια μετά. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, έγιναν όλα πριν τρία καλοκαίρια, στον Πειραιά.

Δούλευα σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων – καινούριος, λίγο αφελής, λίγο πιο αισιόδοξος απ’ όσο σήκωνε η εποχή. Ήμουν περί τα τριάντα εφτά τότε, έτρεχα πανικόβλητος για να τους αποδείξω ότι μπορούσα να σταθώ ανάμεσά τους, χωρίς να είμαι «κομματάκι». Το αφεντικό μου, ο Γιώργος, ήταν ένας τύπος εμφανίσιμος, με ύφος «ξέρω τα πάντα», μονίμως τηλεφωνιόμουν και χαμογελαστός εκεί που έπρεπε, αλλά πίσω από τα φώτα… άστα να πάνε. Εκείνο το καλοκαίρι, λοιπόν, η εταιρεία ψαχνόταν για προαγωγή. Είχαν πει πως θα ξεχώριζαν ένα από τα παιδιά για υπεύθυνο πωλήσεων. Έτρεξα, όπως όλοι. Έμεινα μέχρι αργά, πήγα δυο-τρεις φορές τα έξτρα χαρτιά μου να βοηθήσω, φόρτωνα και ξεφόρτωνα, πλήρωνα κάτι ρεφενέ για να μην γκρινιάζει το μαγαζί. Και στο τέλος, άρχισα να πιστεύω ότι κάτι έπαιζε.

Βλέπεις, η Ελένη – μια συνάδελφος που ήρθε τελευταία, λίγο μεγαλύτερή μου, γεμάτη αυτοπεποίθηση – είχε δεθεί πολύ με τον Γιώργο. Δεν θα πω αν ήταν κάτι παραπάνω, δεν είναι δουλειά μου. Απλώς όταν έπεφτε συζήτηση για ευθύνες, η Ελένη είχε τον πρώτο λόγο. Της ανέθεταν ό,τι βόλευε. Κάποια στιγμή, γύρω στα τέλη Ιουλίου, μαθαίνω τυχαία ότι διακινείται χαρτί, ήδη υπογεγραμμένο από πάνω, ότι εκείνη θα πάρει την «προαγωγή». Δεν με νοιάζει τόσο αν ήταν άδικο – αυτά πάντα γίνονται – όσο το ότι είχα πειστεί, λόγω των λόγων, των υποσχέσεων και των «σ’ έχω δει και σένα, κάνε λίγη υπομονή». Με είχαν διαβεβαιώσει, με είχαν παρασύρει, με είχαν δουλέψει ψιλό γαζί.

Γύρισα σπίτι θυμωμένος, αλλά περισσότερο πληγωμένος. Δεν αντέχεται να είσαι ο τελευταίος που μαθαίνει κάτι που κυκλοφορεί ήδη σαν κοινό μυστικό. Δεν ήθελα να κάνω φασαρία, δεν μου πήγαινε. Άρχισα όμως να το δουλεύω μέσα μου μέρα με τη μέρα – ένα μικρό βότσαλο που έγινε μπουρλότο.

Άφησα τον ενθουσιασμό να ξεθυμάνει. Έκανα τη δουλειά μου αθόρυβα, τυπικός στη βάρδια, αλλά ούτε χαιρετούρες, ούτε πολλά-πολλά με το αφεντικό. Ο Γιώργος το πρόσεξε, άρχισε να ρίχνει κάτι σπόντες. Μια μέρα πέρασα επίτηδες μπροστά από το γραφείο του, κι εκεί που λέγαμε για διαθεσιμότητες, ψέλλισε «κι εγώ είχα όνειρα και δεν έγιναν, τι να γίνει δηλαδή». Δεν του απάντησα καν. Είχαν αρχίσει να μ’ αποξενώνουν κι οι υπόλοιποι. Κάποιοι το ήξεραν ήδη, άλλοι ήταν φιλικοί, αλλά τίποτα δεν ήταν όπως πριν.

Το σχέδιο που έφτιαξα δεν ήθελε κραυγές. Ήθελε επιμονή και παρατήρηση. Είχα παρατηρήσει, λοιπόν, ότι ο Γιώργος – θύμα της ίδιας του της φιλοδοξίας – άφηνε πολλά ανοιχτά μέτωπα με το λογιστήριο. Διέσπειρε σασπένς, για να φανεί αναντικατάστατος. Του άρεσε να φορτώνει ευθύνες στην ομάδα, να μιλάνε όλοι για εκείνον, κι έτσι συχνά ξεχνιόντουσαν μικρές λεπτομέρειες στα συμβόλαια. Συμφωνίες στο στόμα, αλλά όχι στη χαρτούρα. Η Ελένη, ως νέα «υπεύθυνη», μπήκε στη φάση με πολύ κουράγιο – αλλά είχε κι εκείνη την εύνοια του Γιώργου, όχι τις γνώσεις που χρειαζόταν για να μη χαθεί στο γραφειοκρατικό χάος.

Έβαλα στόχο να θυμίζω διακριτικά σε εκείνη και στον Γιώργο μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες, πάντα ευγενικά, πάντα κλασικός τεχνοκράτης. Αντί να «καρφώσω» τα λάθη τους, άρχισα να συγκεντρώνω σωρούς από ανακρίβειες. Πρόσεχα τα συμβόλαια, σημείωνα ημερομηνίες, φωτογράφιζα κάτι υπογραφές για να τις έχω πρόχειρες, πάντα στα πλαίσια της δουλειάς. Όταν με ρώταγαν, απαντούσα με το μισό στόμα: «Δεν ξέρω αν το έχει παραδώσει αυτό η Ελένη, καλύτερα να ρωτήσετε εκείνη». Δεν κάρφωνα, δεν κάλυπτα – απλά έκανα σα να μην ξέρω.

Οι μικρές τρύπες που άφηναν άρχισαν να μεγαλώνουν. Ένα πρωί χτύπησε το τηλέφωνό μου από τον οικονομικό διευθυντή. «Έχεις καταλάβει γιατί χτύπησε η ανάκληση εκείνο το αμάξι; Ποιου ήταν η αρμοδιότητα να κρατάει το ημερολόγιο των συντηρήσεων;» Με ρώτησε με σοβαρό, σκεπτικό ύφος. «Εγώ ήμουν, μέχρι τη νέα ανάθεση», του είπα. Τον παρέπεμψα στον σωστό φάκελο, υπογεγραμμένο από τον Γιώργο πως το ανέλαβε η Ελένη. Ως εκεί, τίποτα το πονηρό.

Πέρασαν δυο εβδομάδες. Μια Δευτέρα, που πάντα μισούσα, ο Γιώργος μπήκε με νεύρα στο γραφείο και τράβηξε την Ελένη απ’ το μανίκι να μιλήσουν έξω. Μέσα στο μαγαζί ακουγόταν να συζητούν δυνατά, οι πωλητές κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κάποιος λείπει τα χαρτιά, κάποιος δεν έκανε τις αποστολές, κάποιος άφησε φάκελο ανοιχτό και ήρθε έλεγχος. Δεν είπα τίποτα. Χαμήλωσα το κεφάλι, κράτησα το ύφος μου και πήγα να φτιάξω καφέ.

Οι μέρες κύλισαν με μια αμήχανη ησυχία – εκείνο το σκοτεινό, που όλοι αποφεύγουν να κοιταχτούν στα μάτια. Μετά από λίγο, ο Γιώργος άρχισε να φέρεται ψύχραιμα σε μένα. Η Ελένη μαζεύτηκε, κι όσοι ήταν «κολλητοί» της ξεκίνησαν να γυρνάνε τα βλέμματα αλλού. Δεν το χάρηκα ανοιχτά, ούτε τους είπα ποτέ «καλά να πάθετε». Μέσα μου, όμως, μια πίκρα είχε γλυκάνει λίγο. Στα επόμενα δύο συμβόλαια, ο οικονομικός διευθυντής επανέφερε αρμοδιότητες σε μένα – «να τα κλείσουμε τυπικά τα θέματα». Ούτε προφορική συγγνώμη, ούτε τίποτα. Στο τέλος, δεν θέλεις να σε δικαιώσουν φωναχτά – αρκεί να σταματήσει να σε τρώει το μαράζι ότι σε πέρασαν για κορόιδο.

Έφυγα από εκείνο το μαγαζί ένα χρόνο μετά, με ωραίες συστάσεις. Τον Γιώργο, μια φορά τον είδα στην αγορά, δεν είπαμε τίποτα – μόνο κάναμε ένα τυπικό νεύμα, του ξέρεις. Η Ελένη άλλαξε εταιρεία, μου είπαν. Όλοι αυτά τα θυμούνται αλλιώς, μπορεί να τα λένε και καλύτερα από μένα, αλλά εγώ έτσι τα έζησα. Δεν ζήτησα ούτε εκδίκηση, ούτε συγχώρεση. Απλώς είπα να μη χρειαστεί να αισθανθώ ξανά ότι η τιμιότητα είναι το ίδιο με το να είσαι αφελής.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.