Να σου πω μια ιστορία που για πολλά χρόνια δε μίλησα σε κανέναν γι’ αυτή. Είναι από αυτές που σέρνονται μέσα σου σιωπηλά, χωρίς να το καταλάβεις, μέχρι που έρχεται η ώρα τους. Ξεκίνησε απλά, ένα μεσημέρι στην παλιά γειτονιά, στα Πετράλωνα. Ο καιρός γύρω στο 2011, κάπου εκεί που οι παρέες άρχισαν σιγά σιγά να διαλύονται ή να ξαναμαζεύονται αλλιώς, ανάλογα την αντοχή της κάθε φιλίας.
Ο Διονύσης ήταν ο κολλητός μου απ’ το λύκειο. Ίδιοι χαρακτήρες δεν ήμασταν, αλλά υπήρχε εκείνο το κλικ – με κρατούσε αυτός προσγειωμένο κι εγώ του έσπαγα καμιά φορά τα κουμπιά για να δοκιμάζει νέα πράγματα. Ξέραμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον. Γελούσαμε μέχρι δακρύων, εξομολογούμασταν, περνάγαμε και ώρες βουβής, και πάλι εντάξει ήταν. Τον εμπιστευόμουν τυφλά.
Εκείνη τη χρονιά, γνώρισα και την Έλενα. Γνωστή του από πανεπιστήμιο, είχε μια φρεσκάδα και μια τρέλα που μου πήγαιναν. Βγήκαμε, δέσαμε, και λίγο καιρό μετά έγινα “ο δικός της”. Ο Διονύσης χαίρονταν – τουλάχιστον έτσι έδειχνες. Μετά από μερικούς μήνες, άρχισα να πιάνω ψιθύρους, κάτι μικρά μισόλογα. Έβλεπα μια σκιά περνώντας απ’ τα μάτια του όταν ήμασταν μαζί. Έπιανα βλέμματα που έσβηναν μόλις τα καταλάβαινα.
Πάντα την είχα την ανασφάλεια, μικρή φωνή στο κεφάλι, αλλά ξέρεις, θες να πιστέψεις το καλύτερο σε αυτούς που λες δικούς σου. Στην αρχή δικαιολογούσα τα πάντα. Ώσπου πήρα είδηση τυχαία το κινητό της Έλενας ένα απόγευμα που έκανε μπάνιο – απλό μήνυμα whatsapp, “έλα να τελειώνουμε μ’ αυτό το θέατρο”, του έγραφε. Και ακόμη μία φωτογραφία που ήξερα ότι τράβηξε ο Διονύσης εκείνο το βράδυ που είχαν βγει τάχα “όλη η παρέα”. Ήταν ξεκάθαρο πια.
Δεν είπα λέξη. Δεν έκανα καβγά, ούτε σε αυτήν ούτε σε εκείνον. Δεν τους έδειξα καν ότι ήξερα. Ούτε όμως τους συγχώρησα, ξέρεις; Απλώς, μέσα μου πήρα μια υπόσχεση: πως θα πληρώσουν, αλλά όχι με βρισιές και φωνές – με κάτι που να τους μείνει, κάτι που να μην ξέρουν από πού ήρθε.
Έπαιξα χαρτί ησυχίας και αξιοπρέπειας. Ήμουν όπως πάντα. Δεν άλλαξα κάτι ουσιαστικό, εκτός ίσως απ’ το ότι έγινα πιο παρατηρητικός. Ό,τι άκουγα, ό,τι ψιλογινόταν, το σημείωνα σιωπηρά. Γίνεσαι σκιώδης μάρτυρας της ίδιας σου της ζωής καμιά φορά.
Ο Διονύσης, εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του∙ τραβούσε σε κάτι περίεργες παρέες, έκανε δημόσιες σχέσεις, είχε και μια δουλειά ως πωλητής σε μεγάλο γραφείο ασφαλειών. Μετά από λίγο καιρό, τα πράγματα φαινόταν να πηγαίνουν καλά για εκείνον. Άρχισε να καυχιέται παντού, ότι στηρίζει αξιοκρατία, ότι αυτό και το άλλο. Το ήξερα από μέσα το ποιόν του όμως.
Ένα βράδυ, φίλος κοινός μού λέει τυχαία για ένα μεγάλο διαγωνισμό που θα γινόταν στη δουλειά του Διονύση: έψαχναν έναν υπεύθυνο ομάδας, με όλα τα καλά – μισθό, προνόμια, κοινωνικό κύρος. Κατευθείαν, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μεγάλο του στοίχημα. Είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζει το έδαφος, να ταΐζει ψέματα για το ποιος είναι και τι κάνει.
Δεν μπήκα στη διαδικασία να τον διαβάλω σε κανέναν. Απλώς, περίμενα το κατάλληλο timing. Πήρα τηλέφωνο έναν παλιό γνωστό – παλιά φιλία, χαλαρή, αλλά δούλευε κι αυτός στην ίδια εταιρεία, σε διαφορετικό κλάδο. Πολύ απλά, του λέω: “Ρίξε αν μπορείς μία ματιά σε κάτι στοιχεία, να μου πεις αν σε κάποια σημεία υπάρχει διαστρέβλωση.” Και είχε.
Ο Διονύσης είχε δηλώσει ψευδείς πελατολόγιο, είχε πλασάρει δυο-τρεις πλαστές συστάσεις για τους παλιούς του εργοδότες. Όλα κάπως συγκαλυμμένα, αλλά καταγραμμένα. Δεν πήγα ούτε δεξιά ούτε αριστερά αυτό που είδα. Το άφησα επίτηδες στο μέρος που ήξερα ότι ο ανώτερός του θα το δει, χωρίς το παραμικρό όνομά μου εμπλεκόμενο. Έφτανε μια ανώνυμη επισήμανση με τα κατάλληλα σημεία να του τραβήξουν το ενδιαφέρον.
Καμιά βδομάδα μετά, το θέμα είχε ανοίξει. Πολύς κόσμος τον κοιτούσε αλλιώς, ήρθαν σοβαροί έλεγχοι στη δουλειά, μα η μεγαλύτερη πληγή δεν ήταν ούτε ο κίνδυνος να χάσει τη θέση, ούτε τα λεφτά. Ήταν ότι το χτίσιμο της εικόνας του άρχισε να τρίζει δημόσια, και σ εμάς, στην παρέα, όλοι ψιθύριζαν. Βγήκε στα αλήθεια αυτό που πάντα κρύβει ο άνθρωπος για τον εαυτό του.
Η Έλενα, στο μεταξύ, έμοιαζε χαμένη. Κατάλαβε πως όλα είναι πρόσκαιρα. Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν για όσα έμαθα, ούτε αποκάλυψα το ρόλο μου ποτέ. Έμεινα απλώς μια ανάμνηση στην ιστορία τους. Δεν ήταν εκδίκηση με ουρλιαχτά και ξεκατίνιασμα – ήταν η αλήθεια που ήρθε ν’ ανατρέψει τα παιχνίδια τους.
Σήμερα τους βλέπω καμιά φορά τυχαία, στα σοκάκια της γειτονιάς. Κατεβάζουν το βλέμμα. Ο Διονύσης, πιο κουμπωμένος, δεν μιλάει σ’ όλους όπως παλιά. Η Έλενα γυρνάει αλλού. Μια απλή σιωπή αρκεί για να καταλάβει κανείς.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μίλτος.