Θα σας πω μια ιστορία που πολλές φορές όταν ξυπνάω νύχτα, ακόμα τη σκέφτομαι. Δεν έχει αίματα και φωνές – άλλωστε, πιο βαριά καμιά φορά είναι όσα δεν ακούγονται. Θα μιλήσω για μια προδοσία σιωπηλή που έγινε σε εργασιακό χώρο, ένα γραφείο σε μεγάλη ασφαλιστική στην Αθήνα, πίσω στο 2017. Ο άνθρωπος που με πίκρανε λεγόταν Μαριάννα, καλοχτενισμένη, με λόγια γλυκά και βλέμμα που σε πετύχαινε την ώρα που δε φυλαγόσουν.
Με τη Μαριάννα δούλευα πλάι πλάι δύο χρόνια. Μου έδειξε στην αρχή φιλία, μια ψεύτικη εκείνη ζεστασιά που μόνο όσοι την έχουν δοκιμάσει στο πετσί τους, καταλαβαίνουν τη γεύση της όταν χαλάει: κάτι ανάμεσα σε δηλητήριο και κρύο τσάι. Επί δυο χρόνια λοιπόν δούλευα σκληρά. Όλοι ήξεραν τι τραβούσα, τα over-time, τις ευθύνες που έπαιρνα γιατί μπορούσα να στηρίζομαι στον εαυτό μου. Όμως μόνο όταν έσκασε κρίση στο τμήμα, όταν έπρεπε να αξιολογηθούν τα “κεφάλια” για προαγωγή, τότε είδα την αληθινή φύση της.
Ένα απόγευμα καλοκαιριού – που η ζέστη δεν αντέχεται και οι ανεμιστήρες ακουμπάνε χαρτιά, μολύβια, αλλά η ψυχή δεν δροσίζεται – έγινε το περιστατικό. Καθόμασταν σε μια συνάντηση με το διευθυντή και η Μαριάννα, αφού άκουσε το αφεντικό να ρωτά ποιος είχε φροντίσει το μεγάλο project, γύρισε και με όση αγωνία μπορούσε να παίξει στη φωνή της, είπε ότι η ιδέα και το τρέξιμο ήταν δικά της. Σε μένα δεν γύρισε να κοιτάξει. Μιλούσε λες και ποτέ δεν υπήρξα, λες και όλα ήταν μονοπάτια που άνοιξε μόνη της.
Το άκουσα ήσυχα. Τότε μονάχα ένιωσα πόσο παγώνει ο ιδρώτας στην πλάτη. Πήγα σπίτι και το κράτησα μέσα μου. Δεν το είπα σε κανένα. Ούτε σε φίλο, ούτε στους δικούς μου, ούτε στον Αλέξανδρο, που μας ήξερε χρόνια και με είχε για ήσυχο άνθρωπο και “Κατερίνα, αν θες μια βόλτα να τα πεις, υπάρχεις”. Εγώ όμως έκλεισα, μαζεύτηκα.
Εκείνο το βράδυ γύρισαν όλα από την αρχή με τελική αποφασιστικότητα. Έβραζα, δε θα πω ψέματα, αλλά είχα φάει χρόνια τέτοιων περιστατικών στη μικρή τη ζωή μου κι έμαθα πως η εκδίκηση αν τη ρίξεις σαν φωνή, απλά ταΐζεις θόρυβο. Ήθελα, λοιπόν, κάτι πιο ήσυχο, κάτι που να δείξει ποια είναι στ’ αλήθεια χωρίς να τρέξω να φωνάξω “κοιτάξτε με”.
Από τότε, λοιπόν, άλλαξα τακτική. Δεν κοντράρισα τη Μαριάννα, δεν έδωσα δικαίωμα να πει “να ο κακός εδώ δίπλα”. Ήμουν η ίδια, ευγενική, πρόθυμη. Δούλευα αθόρυβα, μόνο που χάιδευα τα αυτιά που έπρεπε: μίλαγα με άλλους συναδέλφους, βοήθησα δυο από το λογιστήριο σε κάτι μπλεγμένες υποθέσεις. Δεν είπα σε κανέναν πως θα ήθελα να φανεί η αδικία. Απλά φρόντιζα να μάθει το διευθυντικό γραφείο πώς βγαίνουν οι δύσκολες δουλειές – μέσα από ερωτήσεις, μικρές παρατηρήσεις, αλληλογραφία που “έμπαινε κατά λάθος σε cc”.
Και εδώ είναι το δύσκολο: το κράτησα ήρεμα μήνες, όλο αυτό το στήσιμο. Καμιά φορά τη ματιά μου – θαρρώ – τη φοβήθηκε και η ίδια, γιατί όσο έκανε πως δε με βλέπει τόσο έβρισκα εγώ τρόπους να είμαι παντού. Και να βοηθάω εκείνους που αγνοούσε. Άφησα τις ίδιες τις δουλειές μου να μιλάνε. Δεν έκανα γκριμάτσες, ούτε πικρόχολα σχόλια στις κουζίνες του γραφείου. Ήμουν εκεί, άψογη, σωστή, παρούσα.
Η Μαριάννα δεν άργησε να εκνευριστεί με την “ησυχία” μου. Άλλαξε συμπεριφορά, κλασικά πράγματα: μια φορά προσπάθησε να ξαναπάρει έτοιμη τη δουλειά μου μπροστά στη γραμματέα και τότε η γραμματέας, άνθρωπος καρδιάς, γέλασε χαμηλόφωνα γιατί ήξερε, είχε μάθει ποιος τρέχει και ποιος παρουσιάζει.
Η κορύφωση ήρθε όταν έγινε το μεγάλο meeting για τη νέα θέση που ήθελαν να βάλουν κάποιον πιο πλάι στο διευθυντικό γραφείο. Εκεί, για πρώτη φορά, και ενώ η Μαριάννα είχε στήσει πάλι το ρητορικό παιχνίδι, τη διέκοψε ο διευθυντής. “Κατερίνα, εσείς πώς το είδατε; Θυμάμαι ότι οι τελευταίες ενημερώσεις είχαν από εσάς υπογραφές”. Δε μίλησα πολύ – μια φράση είπα, με το κεφάλι χαμηλά, τόσο διακριτικά που σχεδόν φαινόταν ότι το φοβόμουν. Όμως προχώρησα πιο πέρα: εκείνη τη μέρα έκοψα σιωπηλά ένα μικρό ντοσιέ – το αρχείο της χρονιάς, η ροή δουλειάς, τα μέιλ, τα reports, όλα με τις σημειώσεις μου. Χωρίς μια φράση για τη Μαριάννα, χωρίς κατηγορία.
Το άφησα διακριτικά στο γραφείο του διευθυντή με ένα “θα το χρειαστείτε πιστεύω για τη νέα αξιολόγηση”. Δε χρειαζόταν παραπάνω. Η αλήθεια φάνηκε καθαρή και σιωπηλά, χωρίς φωνές. Η Μαριάννα στο επόμενο διάστημα βρέθηκε εκτός τμήματος. Δεν απολύθηκε – άλλωστε σε τέτοιες δουλειές, απλά περισσεύεις. Εγώ δε γύρισα ποτέ να ρωτήσω, ούτε να χαρώ φανερά. Μου αρκούσε που, εβδομάδες μετά, κόσμος που χασκογελούσε πίσω από καφέδες, ήρθε και μου είπε: “Ναι, τα ξέραμε, αλλά τώρα τα είδαν όλοι”.
Δεν ξέρω αν είναι δικαίωση ή πικρή χαρά όλο αυτό. Ένα βάρος έφυγε – όχι όλο, λίγο. Ήξερα πως ήθελε υπομονή και σιωπή, όχι ξέσπασμα. Και τελικά, οι αλήθειες βρίσκουν τον δρόμο τους. Σπάνια, αλλά βρίσκουν.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Κατερίνα.