Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή δικαίωση του Αντώνη στο γραφείο των Πατησίων

Ξέρεις, υπάρχουν κάτι ιστορίες που αν δεν τις πεις, σε τρώνε μέσα σου για χρόνια. Κι όσο μεγαλώνεις, δεν είναι ότι ξεχνάς, είναι που δίνεις άλλο βάρος στα πράγματα. Αλλά μερικά δεν ξεθωριάζουν, γιατί σε άγγιξαν πολύ βαθειά.

Ήταν αρχές του 2020, πριν μπει ο κορονοϊός και μας γυρίσει ανάποδα, και εγώ δούλευα σε μια εταιρεία πληροφορικής στα Πατήσια. Δεύτερη δουλειά μου στην αγορά – τα πρώτα δύο χρόνια είχαν πάει ήσυχα, έκανα τη δουλειά μου, κανείς δεν είχε λόγο να μου πει κουβέντα.

Το αφεντικό μας ήταν ο Βαγγέλης. Πρώτο όνομα στο χώρο, γνωστός εργολάβος, “ξύπνιος” τύπος, δηλαδή αυτός που ξέρει να πλάθει τις λέξεις όπως τον συμφέρει. Το κλίμα, εντάξει, λίγο αγχωτικό – ο καθένας ήξερε ποιος κουμαντάρει. Εκεί μπήκε στη ζωή μας και η Άννα. Mπαμ και κάτω, πανέξυπνη, κίνηση φιδιού, όλο γλύκα και με το “εγώ αφήστε το, θα το κάνω εγώ”. Στην αρχή χαμογελούσαμε όλοι, μετά κάπως μαζεύτηκε ο ενθουσιασμός. Γιατί η Άννα είχε ταλέντο στο να γυρνάει τα πράγματα υπέρ της. Μια προώθηση εδώ, μια καλύτερη τοποθέτηση σε project εκεί· όλα για εκείνη.

Εγώ, να σου πω, δεν τα ζήλευα ιδιαίτερα αυτά – έχει φάει η ζωή μου αρκετές κλωτσιές για να ξέρω ότι η ησυχία μου αξίζει περισσότερο από 50 ευρώ παραπάνω. Αλλά ένα πρωί, με πιάνει ο Βαγγέλης. Μου πετάει ψυχρά: “Θέλω να μιλήσουμε.” Έκατσα απέναντί του, άδειο γραφείο, μόνο εμείς.

“Δεν ξέρω πώς να σου το πω… αλλά έχω παράπονα για τη δουλειά σου. Μου είπαν ότι συχνά τα παρατάς, δεν βοηθάς, σε project καθυστερείς. Μου είπαν… και μου ξανάπαν.”

Του ζήτησα εξηγήσεις. Μου λέει, “Οι συνάδελφοι. Πιο συγκεκριμένα, η Άννα.”

Εγώ μούδιασα. Γιατί την ήξερα, τη βλεφαρίδα που έριχνε στον Βαγγέλη, τα χαμόγελα, τα τάχα φιλικά σχόλια. Δεν είπα τίποτα. Είπα μόνο “Οκ, αν θες να τα δεις γραμμένα τα tasks, να σου φέρω αντίγραφο, τι και πώς, να το δεις μόνος σου”. Από μέσα μου, όμως, ήξερα: με στοχοποίησε και το κάνει επίτηδες.

Ξεκίνησε έτσι το κοσκίνισμα. Ο Βαγγέλης να με κοιτάει πλέον περίεργα, να με ‘ελέγχει’ για το τίποτα, κι η Άννα από πίσω διακριτικά να με θάβει – κάθε τι που γινόταν λάθος, γινόταν ‘λάθος του Αντώνη’. Μπορεί να καθόταν στο διπλανό PC και να έλεγε γλυκά: “Μήπως, Αντώνη, ξέχασες να το κάνεις κι αυτό;” – μπροστά σε όλους. Ε, έγινε και μία, και δύο, και τρεις φορές. Άρχισαν και οι άλλοι να με αποφεύγουν. Μια φορά την άκουσα να ψιθυρίζει δίπλα μου, δεν κατάλαβα τι, αλλά γέλασαν όλοι. Για μερικές εβδομάδες ένιωθα ξένος στο γραφείο που δούλευα τρία χρόνια, κι η Άννα το απολάμβανε.

Δεν σηκώθηκα να φύγω, ούτε σήκωσα φωνή, ούτε μάλωσα. Το έπνιξα. Πιο πολύ με πείραξε ότι ήταν υποχθόνιο, όχι ευθεία. Κουβάλαγα τη δουλειά σπίτι και το άδικο μαζί.

Ξεκίνησα λοιπόν να μαζεύω στοιχεία. Όχι κρυφά, ανοιχτά – κάθε μέρα σημείωνα αναλυτικά τι έκανα, τα mails από projects, τα deadlines που πιάναμε (ή και δεν πιάναμε, αν έλειπε η Άννα ή έκανε δικό της σπριντ). Έστησα ένα αρχείο, όλα τεκμηριωμένα· το κράτησα φρέσκο, σε περίπτωση που χρειαζόταν να απαντήσω οτιδήποτε. Ούτε “ρουφιανιά”, ούτε τίποτα – αυτοπροστασία.

Παράλληλα, όπου μου πέταγε η Άννα κακία, απαντούσα ψύχραιμα. Επαναλάμβανα: “Έχω στείλει τα στοιχεία, είναι γραμμένα όλα εδώ.” Ούτε νεύρα, ούτε τίποτα. Αδιαφορούσα για τα πειράγματα και τους υπαινιγμούς στα διαλείμματα. Κράτησα απόσταση.

Κι η Άννα – σίγουρη – όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν ολοένα και πιο άνετη, πιο ‘χαλαρή’. Δυο φορές, μπροστά σε συνεργάτες, “ξέχασε” να μου στείλει σημαντικά email. Άλλοτε οργάνωσε συνάντηση χωρίς να ειδοποιήσει εμένα και έναν άλλο συνάδελφο – τυχαίο κι αυτό. Ώσπου μια μέρα ο Βαγγέλης με φωνάζει πάλι στο γραφείο του:

“Ρε Αντώνη, άκουσα ότι χτες δεν παρέδωσες το σημαντικό report για τον τάδε πελάτη.” Κι εκεί του άνοιξα μπροστά όλα τα emails, με τα attachments, με ημερομηνίες, ώρες, αποδείξεις, όλα. Απάντησα: “Το report είχε σταλεί εγκαίρως. Εδώ είναι οι αποδείξεις. Η Άννα ήταν cc σε όλα.” Για πρώτη φορά τον είδα να μπερδεύεται.

Επέμεινα ήρεμα μία-δύο φορές ακόμα, κάθε φορά με στοιχεία. Δεν υπήρχε πια χώρος για αμφισβήτηση.

Το πραγματικό twist όμως ήρθε από αλλού: στον μεγάλο διαγωνισμό για τον νέο πελάτη, εκεί που βάλαμε τα δυνατά μας, ο Βαγγέλης ζήτησε αυτό που λέμε όλοι “ιδέες γραπτώς”. Η Άννα σίγουρη ότι με έχει ήδη κραγμένο, έστειλε ένα προσχέδιο copy-paste από παλιό project που είχαμε κάνει (που, φαντάσου, εγώ το είχα επιμεληθεί), χωρίς να το καταλάβει βέβαια ο Βαγγέλης. Εγώ, ήρεμος, κράτησα τις σημειώσεις μου κι έφτιαξα καινούργια δομή, με παραδείγματα, αναλύσεις, όλα ‘φρέσκα’ και προσαρμοσμένα στον πελάτη.

Στην παρουσίαση μπροστά σε όλο το γραφείο κι έναν εξωτερικό συνεργάτη (πάνε μέρες χωρίς να ακουστεί το όνομά μου, έτσι ήταν το κλίμα), ο Βαγγέλης διάβασε και τα δύο. Της Άννας ήρθε πρώτη, δεν εντυπωσιάστηκαν – το είχαν ξαναδεί. Το δικό μου το διάβασε τελευταίο. Κανείς δεν μίλησε. Είπαν όλοι ότι “ίσως αυτό θα ήταν καλύτερο να στείλουμε”.

Η Άννα κόμπιασε – εκεί που περίμενε να πάρει το credit, όλοι μίλαγαν πια για τη δική μου δουλειά. Ο Βαγγέλης, από τότε δεν μίλησε ξανά για ‘παράπονα’. Και το καλύτερο; Σταδιακά άλλαξε το κλίμα. Κάποιοι, ακόμα κι η Άννα, ξαναζήτησαν τη βοήθειά μου. Δεν με αποζητούσε για φιλία, όχι. Αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να με φάει τόσο εύκολα.

Δεν την έβγαλα άσπρο πρόβατο μπροστά σε όλους. Ούτε φώναξα, ούτε την εξέθεσα. Την άφησα να εκτεθεί μόνη της – κι ήρθε η στιγμή που η πραγματικότητα μίλησε για μένα πολύ πιο δυνατά απ’ όσο τα λόγια της.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.