Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή δικαίωση του Πάνου στην ασφαλιστική

Θα σας πω μια ιστορία που για χρόνια την κουβαλούσα βαριά πάνω μου. Τώρα, που έχουν περάσει τα χρόνια, μπορώ να την πω σαν να μιλάω με έναν παλιό φίλο στην αυλή με το κρασάκι. Γιατί αυτό που μου συνέβη, δεν ήταν από εκείνα που τα θυμάσαι και γελάς μετά – το ένιωσα μαχαιριά, αλλά δεν έβγαλα κιχ. Μόνο περίμενα.

Ήταν το 2016, δουλειά σε ασφαλιστική. Αρχές καλοκαιριού, γραφείο στον Πειραιά, όλοι με κοντομάνικα και χαλαρή διάθεση. Εγώ τότε με πάθος για το αντικείμενο, ήξερα τη δουλειά και το τμήμα με εκτιμούσε – ή έτσι νόμιζα.

Η Ρούλα, προϊσταμένη. Ξανθιά, πάντα τακτοποιημένη, ήξερε να χειρίζεται τα πράγματα. Μπροστά σε όλους χαμόγελα, «παιδιά είμαστε μια οικογένεια», αυτά τα ωραία τα εταιρικά. Αλλά όποιος είχε μάτια, έβλεπε ότι η Ρούλα άκουγε μονάχα τις φωνές που της συνέφεραν και πλάθονταν σχέσεις περίπλοκες, προσωπικές χάριτες και κρυφές συμφωνίες.

Κάποια στιγμή βγαίνει ένα project. Σημαντικό, να περάσω νέα προϊόντα, ήθελε ψάξιμο και κόπο. Εγώ ήμουν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν και έδωσα ιδέες. Η Ρούλα με φώναξε, μου τα ‘πε ωραία, «Ξέρω ότι μπορείς, θα βασιστώ σε σένα». Έκανα διπλά ωράρια, πλάκωσα δουλειά. Βράδια σπίτι, υπολογιστής, σημειώσεις, καφέδες. Εκεί ήταν και ο Αλέξανδρος, το ‘παιζε καινούριος αλλά διψούσε για αναγνώριση. Τον βοήθησα στην αρχή, του έδειξα ακόμα και δικιές μου μεθόδους.

Όταν πια ερχόταν παρουσίαση στη διεύθυνση, ήξερα πως ήμασταν μπροστά για επιτυχία. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι θα πάρω. Και τότε, ξεκινάει το περίεργο: ανακοινώνουν ότι το project θα το παρουσιάσει η Ρούλα – κι εγώ, για πρώτη φορά, λείπω από το meeting.

Ύστερα μαθαίνω, τυχαία… Όσα στοιχεία, προτάσεις και λύσεις είχα γράψει, παρουσίασε η Ρούλα σαν δικά της – και πάνω στη σκηνή, ποιόν φώναξε δίπλα; Τον Αλέξανδρο. Αυτός, λέει, μαζί της δούλεψε σκληρά, αυτά είπανε και έκαναν χαμόγελα με τη διεύθυνση. Εγώ τίποτα.

Στην αρχή δεν το πίστευα – ένας συνάδελφος ήρθε όλο ντροπή και μου το είπε. Μετά, το άκουσα ξεκάθαρα σε μισοκουβέντα πάνω από τον εκτυπωτή. Πόνεσα – τότε δεν μίλησα. Ούτε στο γραφείο το ‘κανα θέμα, ούτε καβγάδες. Κανείς δε θέλει τον «δύσκολο» που ταράζει τα νερά – μάλιστα, Ρούλα.

Την πρώτη νύχτα σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Το κρατούσα μέσα μου, κουβάρια στο στομάχι. Ένιωσα βλάκας, ήθελα να φύγω, μετά πάλι έλεγα «Θα σεβαστώ τον εαυτό μου». Μου πήρε μέρες. Στη δουλειά συνέχισα ήσυχος. Όμως από μέσα μου έβραζα, και δεν ήθελα να ξεχαστεί.

Άρχισα να παρακολουθώ πιο ψύχραιμα τι γίνεται γύρω. Η Ρούλα είχε βρει το νέο της «αγαπημένο», τον έβαζε δεξιά-αριστερά σε όλα τα θέματα – αυτός όμως, όπως ήταν φυσικό, δεν είχε ούτε τη γνώση ούτε τη θέληση. Απλώς έπαιζε ρόλο. Κάθισα και περίμενα, κρατώντας χαρτιά, screenshots, timestamps, δικές μου σημειώσεις κι αλληλογραφίες.

Σε επόμενο project, με έβαλε πάλι στην άκρη. Το κατάλαβα, δεν είπα ούτε αυτή τη φορά λέξη. Αλλά τώρα η διαφορά ήταν ότι τα πράγματα στραβώσανε: ο Αλέξανδρος τα έκανε σαλάτα. Έλειπαν στοιχεία, δεν μπορούσε να υποστηρίξει τεχνικά τίποτα, έγινε ζημιά με πελάτες. Βγήκε στραβό το πράγμα.

Εκεί ήξερα ότι πλησιάζει η ώρα μου. Ξεκινάω να στέλνω προσεγμένα, ήσυχα emails στην ομάδα, στα οποία φαίνεται τι έχω κάνει εγώ και τι εκείνος. Αν κάποιος ζητούσε διευκρινίσεις, τις έδινα πρόθυμα. Άφηνα σημάδια πίσω μου – τίποτα επιθετικό, μόνο ξεκάθαρες αλήθειες, πάντα με ευγένεια. Σε meetings, όταν πήγαινε κάτι να στραβώσει, έκανα έξυπνες ερωτήσεις του τύπου «να θυμίσω, αυτό το είχαμε πει τότε με βάση τις σημειώσεις μου;» Κι όταν έβλεπα κόσμο σε δύσκολη θέση, παρέμενα ψύχραιμος.

Δεν άργησαν να μαζευτούν παράπονα για την ομάδα της Ρούλας. Ένα απόγευμα, ένας δικός μου γνωστός στη διεύθυνση μού ζήτησε να περάσω να εξηγήσω τι φταίει – δεν πήγα χαιρέκακα, ούτε κάρφωσα κανέναν. Απλώς άπλωσα μπροστά τους τις αλήθειες, με ημερομηνίες, τεκμήρια κι ήρεμη φωνή. Δεν έριξα λάσπη, μίλησα για τις διαδικασίες πώς πρέπει να είναι, ποιος ήξερε τι.

Ήταν σιωπή όταν τέλειωσα. Κανείς δεν φώναξε. Μόνο η Ρούλα με απέφευγε επιδεικτικά τις επόμενες μέρες – κάτι έτρεξε, έπιασαν εξελίξεις. Έγινε ανασχηματισμός, της αφαίρεσαν προτζεκτ και μπήκαν κριτήρια διαφάνειας. Ο Αλέξανδρος δεν ξέρω πού πήγε, εξαφανίστηκε από το γραφείο. Εγώ έμεινα, και με ήρεμη φωνή – χωρίς να υψώσω ποτέ το τόνο – δικαιώθηκα. Από τότε, κανείς δεν τόλμησε να μου κλέψει τη δουλειά μπροστά στα μάτια μου.

Δεν πανηγύρισα. Ένιωσα μόνο εκείνο το ήσυχο, τραχύ αίσθημα που σου αφήνει η δικαίωση – σαν να σου ξηλώνουν σιγά σιγά ένα βάρος από μέσα σου. Κι αν κάτι κατάλαβα, είναι ότι η σιωπή και η υπομονή μερικές φορές είναι το πιο κοφτερό μαχαίρι.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.