Ξεκινάω να στα λέω αυτά, όχι γιατί ψάχνω παρηγοριά ή δικαίωση, αλλά γιατί μερικές φορές τα βάρη γίνονται πιο ελαφριά όταν τα βγάζεις από μέσα σου. Δεν είμαι καλός στα γράμματα, ούτε είχα ποτέ μεγάλη ιδέα για εκδίκηση – τη θεωρούσα πάντα κάτι ξένο, κινηματογραφικό. Μέχρι που έμαθα, με τον δύσκολο τρόπο, πως όλα αυτά μένουν θεωρίες μέχρι να σε τσούξει ο άλλος, εκεί που δεν το περιμένεις.
Ήταν πριν δύο καλοκαίρια, στην Κόρινθο. Είχα πιάσει δουλειά σ’ ένα συνεργείο, βοηθός ακόμη, μπροστάρης μόνο στα όνειρά μου. Το αφεντικό, ο κύριος Τάκης, με πήγε εκεί απ’ τη γειτονιά. Παλιοσειρά, αλλά επιπόλαιος, πολλή φασαρία για το τίποτα, μα δε βαριέσαι – είχα ανάγκη τα λεφτά, πήγαινα βουβός. Όλα καλά, δούλευα όπως μπορούσα, δεν έφερνα αντιρρήσεις, δεν μίλαγα πολύ∙ ήθελα μόνο να ‘χω το κεφάλι μου ήσυχο.
Ένας απ’ τους μάστορες ήταν ο Μάκης, τύπος που αν του έδινες μισή ευκαιρία, σ’ έτρωγε ζωντανό. Αλλά να σου πω την αλήθεια, ποτέ δεν τον είχα πάρει σοβαρά. Πολυλογάς, έλεγε πάντα εκείνα που νομίζεις πως ο άλλος θέλει να ακούσει, το στραβό του το έριχνε πάντα κάπου αλλού. Μια μέρα του έσωσα το λάδι απ’ τα φρένα – κόντευε να σπάσει το αυτοκίνητο – ούτε ένα ευχαριστώ δεν άκουσα.
Το χειρότερο δεν ήταν που δεν εκτιμούσε τίποτα. Ήταν που κρυφά ήθελε να με ξεφτιλίσει μπροστά στ’ αφεντικό και τ’ άλλα παλικάρια. Ψυχολογικό το κουσούρι του. Κυρίως έκανε πως μ’ εμπιστεύεται, έκανε τάχα τον φίλο, κι όταν εγώ έλειπα στους καφέδες, έσπερνε ότι ήθελε πίσω απ’ την πλάτη μου.
Το κατάλαβα ένα πρωινό, μόλις άνοιξε το μαγαζί. Έρχεται ο Τάκης και μου κάνει παρατήρηση ότι άφησα ένα αμάξι ανοιχτό το βράδυ. Εγώ δεν το θυμόμουν έτσι. Είχα κλείσει καλά και το ήξερα. Δε μίλησα. Ήπια τον καφέ μου αμίλητος και κατάλαβα τι τρέχει. Από κείνη τη μέρα, κάθε φορά που ζύγωνε ο Μάκης, πρόσεχα τη σκιά του περισσότερο από τα λόγια του.
Πέρασαν μέρες. Δεν αντέδρασα – έτσι φερθηκεί κι ο πατέρας μου, πάντα ψύχραιμος μέχρι να δει πού το πάει ο άλλος. Όποτε μ’ έβρισκε, ο Μάκης με το γλυκό ύφος, με κορόιδευε σιγά, σε μισόλογα, τύπου “λες και θα σε έβγαζα στη βάρδια μόνος σου”, “οι άχρηστοι φταίνε για όλα”, τέτοια πράγματα, μπροστά σε άλλους, για να γελάνε. Ένα βράδυ μάλιστα, ψιθυρίζει σε δυο πιτσιρικάδες πως με βρήκε πελάτη σε μια δουλειά και τα ‘κανα μαντάρα. Μέχρι πού, όμως; Κορίνθος μικρή πόλη, κουβέντες γυρνάνε γρήγορα. Δεν ήθελα να τα κάνω μούσκεμα ούτε να αφήσω τους άλλους να λένε πως είμαι γκρινιάρης.
Το κράταγα γερά. Μιλούσα λιγότερο, έβγαζα καλύτερη δουλειά, κι αντί να φωνάζω, άρχισα να παρατηρώ ήσυχα τι γίνεται γύρω μου. Όλοι ήξεραν ότι ο Μάκης είχε μια δεύτερη δουλειά – το απόγευμα πήγαινε σε ένα βουλκανιζατέρ του ξαδέρφου του. Εκεί έλεγε ότι φεύγει νωρίτερα από εμάς επειδή τάχα είχε υποχρεώσεις, όμως εγώ ήξερα τι έκανε. Έναν μήνα όμως πριν το τέλος της σεζόν, ο Τάκης μου ζήτησε να του κάνω ένα χατίρι, να κλείσω εγώ το μαγαζί, γιατί είχε να πάει στην Αθήνα. Και την παραπάνω μέρα, ο Μάκης έφυγε δύο ώρες νωρίτερα.
Τότε σκέφτηκα: ή τώρα ή ποτέ. Δεν ήταν να κάνω κακό, ούτε να ξεμπροστιάσω κανέναν χωρίς σκέψη. Ήθελα απλά να γυρίσω το παιχνίδι, να δω πώς είναι να πάρεις το αίμα σου πίσω δίχως κακία, με το ίδιο του το όπλο.
Έτσι, όταν βρέθηκα με τον Τάκη μόνος, μετά το κλείσιμο, του έπιασα κουβέντα. Όχι για τον Μάκη. Για το μαγαζί, για τα μεροκάματα, τις ώρες που χάνονταν έτσι κι αλλιώς. Ρώτησα αθώα “άραγε τι καταλαβαίνεις άμα σου λείπει ένας στη βάρδια, το αισθάνεσαι;” Μου λέει “βγαίνει στη δουλειά”. Προχώρησα πιο γενικά, του έκανα ερωτήσεις για το ποιους εμπιστεύεται, ποιοι τρέχουν το μαγαζί όταν λείπει, αν του τα λέει κάποιος όλα σωστά. Πάει το μυαλό του σε καμπόσους, σ’ έναν-έναν. Εγώ, μια λέξη μονάχα: “Δεν είναι πάντα αυτός που τα λέει, αυτός που τα κάνει.” Σιωπή μεγάλη. Με κοίταζε καλά-καλά.
Δεν χρειαζόταν να πω πολλά. Την επόμενη, αρκούσε να φανεί πως οι ώρες που λείπει ο Μάκης απ’ τη δουλειά είναι παραπάνω απ’ ό,τι νόμιζαν. Φρόντισα να τελειώσω πιο νωρίς όσα μπορούσα, άφησα διακριτικά δυο πελάτες από μόνος μου να αναφέρουν κάτι που περίμενε ο Μάκης κι έπρεπε να το έχει κάνει. Δεν είπα ψέματα. Απλά δεν “κάλυψα” τον άνθρωπο. Όταν ήρθε η ώρα της αλήθειας, δεν έμεινε τίποτα να κρύψει.
Οι κουβέντες άρχισαν ν’ αλλάζουν. Εγώ πάλι δεν φώναξα – πείσμωσα και δούλευα καλύτερα. Ο Τάκης βρήκε μόνος του τα κομμάτια του πάζλ. Αργά, έστω – αλλά το ‘δε ότι εκείνος που νόμιζε στέρεο κορμό, είναι τρύπιος κουβάς. Δεν βγήκα εγώ ο ήρωας. Απλά φάνηκε ποιος τι είναι. Ο Μάκης κοιτούσε αλλού, έγινε ύστερα πιο σιωπηλός· δεν άργησε να του φορτωθούν όλα τα παραπάνω, ακόμα και κείνα που εγώ ξέχασα ή συγχώρεσα.
Δεν θα σου πω πως χάρηκα. Μάλλον μια περίεργη ελαφριά πίκρα ένιωσα. Αλλά το κρατάω αυτό: την επόμενη φορά, κανείς δεν με έκανε “αόρατο” ούτε με γέμισε λάσπη. Έμαθα πως μερικές φορές, αν έρθει το πλήρωμα και κρατήσεις γερά, η σιωπή είναι η πιο δυνατή φωνή.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.