Θα σου πω μια ιστορία, από εκείνες που σε τρώνε από μέσα, που τις σκέφτεσαι βράδυ στο μαξιλάρι σου και σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Δεν είναι καμιά εντυπωσιακή, με δράματα ή φωνές. Είναι από τις ήσυχες, τις κυριακάτικες εκδικήσεις, που γίνονται σιγά-σιγά, βήμα-βήμα, μέχρι να φτάσει η στιγμή να αναποδογυρίσεις το τραπέζι και να πάρεις μια πικρή, αλλά γεμάτη ικανοποίηση ανάσα.
Λοιπόν, ονομάζομαι Μιχάλης. Είμαι 38 και θα σου μιλήσω για τον Γιώργο. Παλιός φίλος (και καλά φίλος…) από τα χρόνια του Πολυτεχνείου. Ο Γιώργος ήταν πάντα ο έξυπνος της παρέας, ο σβέλτος, εκείνος που είχε μια κουβέντα για όλα, όλοι τον εκτιμούσαν. Εγώ, λίγο πιο ήσυχος, λίγο πιο παρατηρητής, σπάνια έμπαινα στο κέντρο. Τα πρώτα χρόνια, πίστευα ότι όλη αυτή η ενέργεια του Γιώργου ήταν για το καλό της παρέας. Δεν ήμουν και ο καλύτερος στο να διαβάζω τις “λεπτομέρειες” στη συμπεριφορά κάποιου.
Το θέμα είναι πως, όταν τελειώσαμε τη σχολή, ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Χαθήκαμε για λίγο, ξαναβρεθήκαμε με αφορμή μια δουλειά. Ήταν η εποχή της κρίσης, 2013-2014, όλα δύσκολα, ψάχναμε και οι δύο σταθερότητα. Με παίρνει τηλέφωνο ο Γιώργος, μου λέει να πάω μαζί του σε μια εταιρία που ξεκίναγε τότε, ότι τον πρότεινα στους υπεύθυνους, ότι “θέλουν παιδιά δικά μας”. Τον πίστεψα. Είχαμε παλιούς κοινούς γνωστούς, βασίστηκα στην αλληλεγγύη μεταξύ μας. Μπήκαμε μαζί.
Όλα καλά στην αρχή. Ξέρεις πώς είναι… Στα καινούρια, όλοι φαίνονται φίλοι, αλλά λίγο λίγο καταλαβαίνεις ποιος παίζει για ποιον. Ο Γιώργος ήταν παντού, όλη μέρα σφαίρα, χαχανητά με τους προϊστάμενους, πειράγματα στις άλλες ομάδες… Εγώ το ρίχνω στη δουλειά. Ήθελα να δείξω ότι μπορώ, ότι δεν ήμουν απλά “του Γιώργου το τσιράκι” όπως με φώναζαν κάποιοι στην καζούρα τους. Γιατί το είχε φροντίσει ο ίδιος να κυκλοφορεί, με τα “χιούμορ” του.
Ένα μεσημέρι, μαθαίνω κάτι που μου γυρίζει το μυαλό. Στο διάλειμμα, ακούω τυχαία τον Παναγιώτη, έναν από τους παλιούς, να λέει: “Ο Μιχάλης χρωστάει τη θέση στον Γιώργο, και στο κάτω κάτω όλα μόνος του τα κάνει ο Γιώργος, ο άλλος απλά κουβαλάει χαρτιά”. Είχαμε μπει και στο ίδιο πρότζεκτ, ό,τι γινόταν εγώ το δούλευα, εκείνος το παρουσίαζε ή το μαγείρευε όπως ήθελε. Πάντα λεγόταν με μισόλογα ότι χωρίς αυτόν δεν θα ήμουν εκεί. Πώς να το αποδείξω; Απλά σφίγγει το στομάχι κι αφήνεις να περάσει.
Εγώ το βούλωσα, δεν μίλησα σε κανέναν – ούτε καν στη Λένα, τη σύντροφό μου τότε. Δεν μου άρεσαν τα παράπονα. Το μόνο που έκανα ήταν να αρχίσω να σημειώνω. Όχι χαρτιά και emails (αν και κράταγα όλη την αλληλογραφία, μη βρεθώ προ εκπλήξεων). Σημείωνα νοητά ποιος είπε τι, πώς με κοιτούσαν τα άλλα παιδιά, τι ακριβώς παρουσίαζε ο Γιώργος σαν ιδέες του στη διοίκηση, πράγματα που είχα γράψει εγώ, που δουλέψαμε μαζί ξενύχτια. Όσο περνούσε ο καιρός, βάραινα. Τα βράδια δεν κοιμόμουν ώρες, σκεφτόμουν “σιγά μην τα κατάφερες χωρίς εμένα”. Σκεφτόμουν και τα δικά μου λάθη που πίστεψα τόσο πολύ στο “μαζί”.
Αποφάσισα να σταματήσω τις κουβέντες με όλους. Έγινα ψυχρός, επαγγελματίας. Και έπιασα δουλειά στα αθόρυβα, δούλευα για το παρασκήνιο. Ήμουν πρώτος στο να στείλω reports, ten χρόνια καλύτερος στις λεπτομέρειες, πήγαινα συναντήσεις που ο Γιώργος “ξεχνούσε”. Προσέφερα στην ομάδα, όχι στον ίδιο. Συνέχισα να δίνω ιδέες, να λύνω προβλήματα. Αλλά ήθελα να υπάρχω, να φαίνομαι. Κάθε φορά που ανέφερε το όνομά μου ο Γιώργος, χαμογελούσα και άλλαζα θέμα. Ψύχραιμος, χωρίς τσακωμούς. Τις ιδέες μου τις έστελνα πια όχι σε αυτόν, αλλά σε cc σε όλους τους υπεύθυνους και προϊσταμένους. Σιγά-σιγά, το ίδιο άρχισαν και άλλοι, και έτσι οι “δικούς του” έβγαινε προς τα έξω πώς γινόταν η δουλειά.
Ήρθε η μεγάλη παρουσίαση. Ο Γιώργος έπρεπε να παρουσιάσει τα αποτελέσματα μια κουραστικής τριμηνίας. Εγώ δεν είπα λέξη. Κάθισα πίσω, κράτησα σημειώσεις, τους άφησα όλους να μιλήσουν. Στο τέλος, ο διευθυντής με ρώτησε ανοιχτά: “Μιχάλη, θες να συμπληρώσεις κάτι;” Εκεί ήρθε η σειρά μου. Εξήγησα – με λόγια ήσυχα, στοιχεία, ημερομηνίες – πώς είχα δουλέψει τα πιο δύσκολα κομμάτια, έδειξα τα επίσημα αρχεία, μίλησα σοβαρά, χωρίς να μειώσω κανέναν. Απλά τα γεγονότα. Κανείς δεν μίλησε. Ούτε ο Γιώργος. Μόνο χαμογέλασε άσχημα και κοίταξε χαμηλά.
Την άλλη μέρα, ο διευθυντής μου πρότεινε προαγωγή για project manager. Ο Γιώργος έφυγε ένα μήνα αργότερα, απολύθηκε. Δεν είπε ποτέ κάτι ανοιχτά, ούτε εγώ του είπα. Εξαφανίστηκε αθόρυβα, όπως αυτή η φίλια που σβήνει χωρίς λόγια, αφήνοντας μόνο εκείνο το αίσθημα: ότι ήθελα χρόνια να πάρω το αίμα μου πίσω, αλλά στο τέλος, αυτό που μένει είναι η αλήθεια και η σιωπή.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.