Ξέρεις πότε είναι που καταλαβαίνεις στ’ αλήθεια ποιος αξίζει και ποιος όχι στη ζωή σου; Όταν τρως τη σφαλιάρα που δε περίμενες, από εκεί που νόμιζες πως είναι η πλάτη σου. Θυμάμαι μια τέτοια φάση, πριν δέκα χρόνια, ήταν τότε που δούλευα σ’ ένα ασφαλιστικό γραφείο στου Ζωγράφου. Εγώ, ο μικρός της παρέας, πάντα πρόθυμος, πάντα χαμογελαστός κι εκείνη η Ελίνα, η “σταρ” του μαγαζιού, η ωραία, η έξυπνη, η “πλέκει τα πάντα στα δάχτυλα”—ή έτσι νόμιζε τέλος πάντων.
Μ’ είχε ξεχωρίσει από την αρχή. Μια έδινε συμβουλές, μια πέταγε τις μπηχτές της, “Άσε, Μάνο, εγώ θα το κανονίσω αυτό, εσύ καλύτερα να βλέπεις”, κάτι τέτοια. Στην αρχή δεν έδωσα και μεγάλη σημασία, ήταν άλλωστε νέος, ήθελα να μάθω, είχα και λίγο δισταγμό, φαντάσου. Βλέπεις, πάντα ήθελα να με παραδέχονται, είχα κάτι να αποδείξω, όχι μόνο σ’ εκείνη — σε όλους.
Κι ένας, δυο μήνες περνάνε, εγώ βγάζω δουλειά για πέντε άτομα κι αυτή… γράφει τα ονόματά της σε φάκελους, λες και της τα ‘φερε ο Άη Βασίλης. Τα αφεντικά, βέβαια, μόνο εκείνη κοιτάζαν, όλα τάχα πάνω της “έπαιζαν” κι εγώ να σκάω περισσότερο. Σου ‘χω πει πως κάποτε περίμενα να με δουν; Ναι. Όμως αυτά ήτανε για άλλους.
Το μεγάλο“μπαμ” ήρθε, όταν δούλεψα μόνος μου έναν πελάτη μεγάλο—πολύ μεγάλο, για το δικό μας γραφείο. Τον έφερα, τον κέρδισα και ήξερα ότι, επιτέλους, θα μετρήσω κι εγώ. Πού να ‘ξερα, αφελής… Τελικά, ο φάκελος “χάθηκε”. Εμφανίστηκε ξαφνικά η Ελίνα πως τάχα εκείνη τον συνόδευσε και σήκωσε τα τηλέφωνα, δούλεψε τις διαπραγματεύσεις, έφερε το συμβόλαιο. Σε μένα ούτε μπράβο, ούτε τι έγινε ο φάκελος μου, ούτε τίποτα. Ό,τι είχα φτιάξει, μπήκε σ’ άλλο όνομα, το δικό της. Και να το βλέπεις να συμβαίνει, να το καταλαβαίνεις, και να μη μπορείς καν να το αποδείξεις.
Ήταν τόσο άψογα στημένο, που δεν υπήρχε κενό. Ακόμη και τα mail με είχαν κοπεί-πειραχτεί, μηνύματα σβησμένα—με τον χρόνο και τη θέση, είχε πιάσει το κόλπο η Ελίνα. Έβλεπα τα πάντα γύρω μου να φουντεύουν, κι εγώ όλο και πιο μικρός, πιο σιωπηλός. Τότε ήταν που κατάλαβα: όσες δυνατότητες κι αν έχεις, άμα κάποιος θέλει να σε παρακάμψει, θα βρει τρόπο. Κι η αλήθεια, πονάει.
Τί να κάνω; Φώναξα, στράφηκα στη λογική, στον προϊστάμενο. Μια “θα το δούμε”, μια “έλα, να κοιτάξουμε τα επόμενα”. Και να ακούς τη φωνή της από απέναντι να λέει, με το δήθεν αθώο ύφος, “μη στεναχωριέσαι, αγόρι μου, είναι δύσκολη η δουλειά, θα τη μάθεις”. Εκεί μέσα, ένιωσα να σπάνε τα νεύρα μου, και την ίδια στιγμή κάτι άλλο—οργή και ένα πείσμα, λίγο κουβάρι με ντροπή.
Δεν είπα τίποτα τότε. Έκανα ότι το κατάπια. Έβλεπα απλώς και περίμενα. Πήγα σπίτι, κάθισα μόνος μου, είπα στη μάνα μου να μην περιμένει για φαγητό. Ασυναίσθητα έβγαλα ένα τετράδιο, άρχισα να γράφω τι γινόταν για εβδομάδες, ακριβώς όπως τα θυμόμουν. Ήξερα πια πως δεν θα πάρω δικαίωση “εσωτερικά”—όσοι μοιράζονταν τα συμφέροντα, ήξεραν να κάνουν τα στραβά μάτια.
Εκείνο τον καιρό άρχισα ένα ξενέρωτο “παιχνίδι” που λέμε: να την αφήνω να νομίζει ότι όλα πάνε όπως τα θέλει εκείνη. Αντί να της μιλώ “επίπεδα”, πήγα με το χαμόγελο, μάζευα τα κομμάτια των projects που πετούσε, βοηθούσα, της έλεγαν τότε, “μπράβο, τι καλά που υπάρχεις!”. Έπιασα φιλίες με τα άλλα παιδιά στο γραφείο, έτσι, χωρίς να φαίνεται ότι λειτούργησα με σκοπό. Έβγαινα για τσιγάρο μαζί τους, τάχα για κουβέντα. Και πάντα, ό,τι μάθαινα, πήγαινε στο “σημειωματάριό” μου.
Ήξερα ότι είχε πάρει κι άλλες δουλειές που δεν της άνηκαν. Είχα τις αποδείξεις μου: screenshots, ημερομηνίες, ποιος μιλάει με ποιον, όλα τα λάθη που άφηνε πίσω της βιαστικά. Δεν περίμενα, όμως, τα πράγματα να φτάσουν εκεί που έφτασαν. Δυο μήνες μετά, στο γραφείο χαμός—ένας πελάτης σοβαρός, με απαιτήσεις και γνώσεις, είχε πάρει στραβά μια υπόθεσή του, που την είχε χειριστεί, πάλι, η Ελίνα. Βγήκε εκείνη μπροστά, ήρεμη, να δικαιολογηθεί. Εκεί μπήκα κι εγώ στη μέση, δίνοντας μια λεπτομέρεια που ήξερα πως δεν θα μπορούσε να καλύψει.
Βλέπω τα μάτια της να γουρλώνουν. Οι άλλοι παραξενεύονται. Τις επόμενες μέρες, “υπογείως”, αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι. Κάποιος που είχε αναλάβει κάποιο κομμάτι της δουλειάς, πετάει μια κουβέντα, “μα αυτό δεν το ‘κανε η Ελίνα, το έκανε ο Μάνος”. Ένα-ένα τα κομμάτια κολλάνε. Τότε έστειλα, με ψυχρή ευγένεια, ένα mail στον διευθυντή και προϊστάμενο, με συνημμένα τα στοιχεία, τα screenshots, τα μέιλ, τα πραγματικά χρονοδιαγράμματα, ποιος έδινε τι και πότε. Χωρίς φωνές, χωρίς καταγγελία — μόνο η πληροφορία, καθαρή, ακριβής. Κι ούτε μια λέξη παραπάνω.
Τα υπόλοιπα έγιναν από μόνα τους. Ό,τι δεν μπορούσα να πω, το είπαν τα γεγονότα. Εκείνες οι σιωπές στο γραφείο με τα “καλημέρα”, μια δουλειά που δεν πήγε καλά, ένα βλέμμα σαν να ρωτάει “μα γιατί συμβαίνουν όλα αυτά”. Δεν πέρασαν δυο βδομάδες και η Ελίνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της, δήθεν “για καλύτερη πρόταση”. Εγώ; Δεν έγινε ήρωας. Ούτε άλλαξε κάτι μαγικά στη ζωή μου. Αλλά από τότε και μετά, κανείς δεν έπιασε ξένη δουλειά, κανείς δεν ξαναέκλεψε φάκελο, κανείς δε ξαναγέλασε στα κρυφά όταν πήρα πελάτη.
Το πιο αστείο; Ούτε εκείνη μίλησε ποτέ ξανά για ό,τι συνέβη. Ούτε εγώ. Μέσα μου ήξερα, όμως, ότι το σύστημα μπορεί να αργεί, αλλά όταν κάνεις τη δουλειά σου ήσυχα, στρατηγικά, χωρίς φωνές, παίρνεις πίσω κάτι που σου ανήκει, έστω και στα κρυφά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάνος.