Ιστορίες Εκδίκησης – Η αθόρυβη πτώση του προϊσταμένου Κώστα

Ξεκίνησε όλο τόσο αθώα. Μπορεί να φταίει που ήμουν, γενικά, ανθρωπάκι σχετικά ήσυχο, που απέφευγα τις κόντρες και τα βαριά λόγια—γι’ αυτό όταν έγινε αυτό με τον Κώστα, μου έκατσε βαρύ στο στομάχι. Ήμασταν συνάδελφοι σε μία μεγάλη ναυτιλιακή, στο κέντρο της Αθήνας, λίγα χρόνια πριν την καραντίνα. Ένα περιβάλλον με ανταγωνισμό, φιδίσιες συζητήσεις στα κρυφά και χαμόγελα με δόντια. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα πισώπλατα μαχαιρώματα, αλλά δεν τό’πα και ποτέ φωναχτά. Μάζευα μόνο.

Στην αρχή ήμασταν φίλοι. Βγαίναμε για καφέ, λέγαμε τα προβλήματα της δουλειάς μας, έκανε τον αστείο, μου θύμιζε εκείνους τους τύπους στο σχολείο που τους είχαν όλοι από κοντά χωρίς να ξέρουν γιατί. Τον θεωρούσα δικό μου άνθρωπο—μέχρι που μπήκε στη μέση μια προαγωγή. Μικρή ομάδα, ένας ρόλος προϊσταμένου, τέσσερις υποψήφιοι. Εγώ είχα φτύσει αίμα μήνες πριν, κάλυπτα βάρδιες άλλων, έκανα υπερωρίες που δεν πληρώθηκαν ποτέ. Ένιωθα μια ήρεμη βεβαιότητα πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρω.

Κάποια στιγμή, αρχίζω να μαθαίνω διάφορα, σκόρπια λόγια, υπονοούμενα από άλλους. “Μα καλά, εσύ τα έκανες όλα αυτά, ε;” Χάρηκα στην αρχή—νόμιζα αναγνώριση. Μετά κατάλαβα πως ο Κώστας είχε καρφώσει παντού το όνομα μου σε κάτι προβλήματα που είχαν γίνει μήνες πριν. Ήξερε πως είχα ανακατευτεί για να σώσω την κατάσταση, όμως αντί να πει την αλήθεια, το γύρισε και φάνηκε πως εγώ έφταιγα για την αρχική αναστάτωση. Έπαιξε βρώμικα, έκανε τις κατάλληλες “συζητήσεις” με τους προϊσταμένους, με έθαψε φιλότιμα και με χαμόγελο—και εγώ ήμουν τόσο χαζός που τον πίστεψα όταν μου είπε πως ό,τι έγινε, έγινε, και να μην το παίρνω κατάκαρδα.

Ξέρεις πως είναι όταν σε ταπεινώνουν μπροστά σε όλους; Σου εύχομαι να μη μάθεις. Όταν έβγαλαν την ανακοίνωση της προαγωγής, ο Κώστας το έπαιζε μετρημένο παιδί. Εγώ, λέει, θα μάθω και του χρόνου μπορεί να είμαι έτοιμος—”μην τα παρατάς, ρε συ.” Το ‘λεγε και δεν τον έπιανε το στόμα του. Σπίτι γύριζα και δεν έκλεινα μάτι.

Δεν έκανα φασαρία. Μάζευα και μάζευα. Σκέφτηκα να παραιτηθώ, αλλά πού να βρω αλλού δουλειά στα σαράντα; Δεν είπα τίποτα, δεν μίλησα σε κανέναν. Πιο πολύ ντράπηκα που με πέρασε έτσι. Ήμουν ο λίγος που του την έφεραν. Από μαγκιά, τίποτα.

Τις επόμενες εβδομάδες, τον παρατηρούσα. Έπαιρνε τηλέφωνα, έκανε δημόσια τους καλούς με όλους, στα κρυφά όμως προσπαθούσε να μάθει ποιος είπε τι και ποιος κάνει τη δουλειά του καλύτερα. Ήθελε να φαίνεται ήρεμος και σίγουρος, αλλά εγώ τον έβλεπα πως αγχωνόταν. Το μόνο που είχα πραγματικά στα χέρια μου ήταν η σιωπή μου—όμως το κρασί της σιωπής γλυκαίνει όταν γύρω σου κυκλοφορούν ψέματα.

Ήξερα πως δεν θα αντέξει καιρό. Είχε κάνει μεγάλη λαδιά, είχε “χρεώσει” ψέματα δουλειάς σε άλλους, είχε ζητήσει επίδομα που δεν άξιζε επειδή δήθεν “έτρεχε” project μόνος του. Εγώ κράτησα χαμηλό προφίλ, το έπαιξα σα να δέχτηκα την ήττα. Πήγαινα, δούλευα, χαμογελούσα υποτονικά, αλλά παρακολουθούσα.

Με το που έγινε προϊστάμενος, άρχισαν σιγά σιγά να σκάνε μικρές φωτιές στο τμήμα. Το αφεντικό δεν ασχολιόταν—νόμιζε ότι όλα τρέχουν. Εγώ, όμως, ήμουν αυτός που ήξερε πού βρίσκονται όλα—τα συμβόλαια, οι αντιστοιχίες λογαριασμών, οι σχέσεις με τους πελάτες. Όταν έσκαγε πρόβλημα, εγώ το έλυνα διακριτικά, χωρίς φωνές. Εκείνος πετούσε τις ευθύνες δεξιά κι αριστερά. Σε κάθε meeting κράταγα σημειώσεις, έδειχνα συνεργάσιμος αλλά ποτέ “ενεργά μέσα”. Σιγά σιγά, οι άλλοι άρχισαν να με συμβουλεύονται—κι εκείνος το έβλεπε, αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει.

Άφηνα να περάσει ο καιρός. Ήξερα, αργά ή γρήγορα, θα γινόταν κάτι μεγάλο. Και ήρθε. Κάποιο ξημέρωμα, κατά τις 8, μου χτυπάει τηλέφωνο ένας πελάτης μεγάλος—χαμένος λογαριασμός. Τους είχε δώσει λάθος στοιχεία, είχαν γίνει χοντρές γκάφες σε πληρωμές. Ήταν καραμπινάτο του Κώστα. Εγώ, χωρίς να το παίξω έξυπνος, έφτιαξα “κατά λάθος” το mail προς τα αφεντικά, όπου φαίνονταν οι οδηγίες που είχε στείλει ο ίδιος και που ήτανε γραμμένες άτσαλα χωρίς διασταύρωση. Δεν τον κατηγόρησα ανοιχτά. Απλά όποτε με ρώτησαν, έδειξα τη δουλειά μου, τα email μου, τα γραπτά μου. Αυτός εκνευριζόταν, φώναζε στους άλλους, κι όσο το έκανε, τόσο έδειχνε ανασφαλής.

Δεν πήρα εκδίκηση με μία κίνηση. Δεν φώναξα, δεν τον ξεφτίλισα μπροστά σε όλους. Απλά σε κάθε ευκαιρία φρόντιζα οι λάθος επιλογές του να βγαίνουν στην επιφάνεια—σαν να μεταφέρω καθρέφτη μπροστά του, χωρίς ποτέ να δείχνω το δάχτυλο. Χωρίς φωνές, χωρίς καβγάδες, χωρίς μεγάλα λόγια. Ο μόνος που ήξερε ακριβώς τι κάνω ήμουν εγώ.

Στο τέλος, μετά από μήνες, ήρθε η ώρα που άλλαξαν όλα—το αφεντικό έκανε “αξιολόγηση”. Με φώναξε, κουβέντα ήρεμη. Του εξήγησα ό,τι μπορούσα, με χαρτιά και αποδείξεις, χωρίς να του κατηγορήσω κανένα. “Δουλειά θέλουμε να κάνουμε, κύριε Γιάννη, τίποτα άλλο.” Στην αξιολόγηση, φάνηκαν τα πάντα. Τα λάθη του, τα ψέματα, ο τρόπος του και το ότι το τμήμα στήριζε εμένα κι όχι εκείνον.

Δεν τον έδιωξαν, αλλά τον κοιτούσε πια όλη η εταιρεία αλλιώς. Έγινα εγώ αναπόφευκτα “ο άνθρωπος που λύνει τα δύσκολα”—και εκείνος, ο τύπος που είχε βρεθεί στη λάθος θέση, τη λάθος στιγμή. Το τελευταίο καλοκαίρι πριν την πανδημία, τον είδα μόνο του στο κυλικείο, σκυφτό να ξεφυλλίζει κάτι χαρτιά. Περάσαμε δίπλα δίπλα—ούτε με κοίταξε. Δεν ένιωσα καν χαρά, μόνο μια ήσυχη δικαίωση, σαν να ξαναπήρα πίσω λίγο από τον αέρα που μου είχε κόψει.

Δεν ξέρω αν αυτή η ιστορία λέει κάτι για μένα ή για εκείνον. Όπως λέει ο λαός, “ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται”—αλλά αυτό που με έσωσε ήταν που κράτησα το στόμα μου κλειστό και το μυαλό μου ανοιχτό. Κάποιες εκδικήσεις θέλουνε χρόνο και υπομονή—κι ας ακούγεται κάπως.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.