Ιστορίες Εκδίκησης – Η ήσυχη αποκάλυψη της αλήθειας στο λογιστικό γραφείο της Αθήνας

Θυμάμαι εκείνη τη χρονιά, όχι τόσο για όσα χαρούμενα έγιναν, αλλά γι’ αυτό το κάτι πικρό που νόμιζα θα με ακολουθεί για πάντα. Ήταν το 2017, στη δουλειά που είχα τότε σ’ ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο, κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Δεν ήμουν από τους πολύ κοινωνικούς, κι έτσι με κάποιους συναδέλφους μιλούσαμε λίγο κι επί της ουσίας. Με τη Μαρία όμως, είχαμε έρθει πιο κοντά, πίστευα πως μπορούσα να την εμπιστεύομαι.

Η Μαρία είχε αυτή τη χαλαρότητα που σε κέρδιζε: πάντα έλεγε το σωστό για να σε καθησυχάσει, πάντα χαμογελαστή, πάντα πρόθυμη να ακούσει. Αυτό έβλεπα εγώ. Δεν ήξερα –ή ίσως δεν ήθελα να βλέπω– πως άλλοι τη φοβούνταν, πως το γραφείο όλο ψιθύριζε τ’ όνομά της με ένα “πρόσεχε” να πλανάται.

Τους έξι πρώτους μήνες, η συνεργασία μας ήταν καλή. Βοηθούσε, μου έμαθε πράγματα, με έβαλε στο κλίμα. Σιγά-σιγά άρχισα να νιώθω ότι κέρδισα φίλη. Έμεινα μαζί της κάποιες φορές ως αργά για να τελειώσουμε δουλειές, βρεθήκαμε και για καφέ εκτός γραφείου. Εκείνη πάντα μου μιλούσε για τους “άλλους”, για την επιφανειακή ευγένεια που δείχνουν στα meetings, για το πόσο εύκολο είναι να σε πετάξουν έξω από το παιχνίδι αν κάνεις το παραμικρό λάθος. Εγώ, που ήμουν λίγο πιο αφελής, αρκέστηκα στο να συμφωνώ: “Έχεις δίκιο”. Πού να ήξερα.

Όλα ξεκίνησαν όταν χρειάστηκε να αναλάβουμε μαζί ένα μεγάλο project. Εγώ έτρεμα στην ιδέα –ήταν σημαντικό, θα φαινόταν η δουλειά μας με το καλημέρα όλου του τμήματος. Εκείνη ήταν ενθουσιασμένη. Τις πρώτες μέρες προχωρούσαν όλα καλά, αλλά σταδιακά άρχισα να βλέπω παράξενα πράγματα: πράγματα που είχαμε συζητήσει, σημειώσεις που βγήκαν μέσα από meetings μας, να παρουσιάζονται σαν ιδέες δικές της, χωρίς καμία αναφορά. Στην αρχή, λέω εντάξει, μικρό το κακό, ίσως να της ξέφυγε. Σύντομα, όμως, η κατάσταση ξέφυγε: κι από συνεργάτης, βρέθηκα στη σκιά της. Εκείνη λάμβανε τα εύσημα, εγώ απλώς “εκτελούσα”.

Δε λέω τίποτα. Τρώω το φαρμάκι μου σιωπηλά, κρατάω το κεφάλι χαμηλά. Κάποια στιγμή, ο προϊστάμενος μου έκανε μέχρι και παρατήρηση – ότι αργώ να φέρω δουλειές, ότι η Μαρία είναι πάντα προετοιμασμένη, ότι πρέπει να κοιτάξω να “μαθαίνω από τους καλύτερους”. Έσκασα, αλλά δεν είπα τίποτα. Μόνο μία φορά, μαζεύοντας τα πράγματά μου μετά το σχόλιο του αφεντικού, την είδα που χαμογέλασε κρυφά, ήσυχα, λες και το διασκέδαζε.

Κατάλαβα τότε τι πραγματικά συνέβαινε. Μέσα μου κάτι σκλήρυνε. Δε θ’ αντιδράσω επιθετικά, είπα. Θα προσπαθήσω να το χειριστώ αλλιώς. Δουλειά μου – ειδικά σε τέτοιο περιβάλλον – είναι να μη φανερώσω τίποτα, να βάλω κι εγώ τη μάσκα μου.

Το project προχωρούσε, κι εγώ συνέχιζα καθημερινά αυτό το μικρό θέατρο. Φαινομενικά συμβιβασμένος, πάντα με ένα “ναι” στα χείλη. Ταυτόχρονα, άρχισα αθόρυβα να κρατάω το δικό μου ημερολόγιο. Έγραφα τις ημερομηνίες, όσα είχα κάνει εγώ, τι είχα στείλει σε συνεργάτες, ποια emails είχα στείλει εγώ πρώτα. Κράτησα backup όλων των αρχείων – και δειλά, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα, φρόντισα να φαίνεται πάντα το δικό μου όνομα στο αρχικό excel, το δικό μου σχόλιο στα track changes, το δικό μου reply σε κρίσιμες συνομιλίες.

Έφτασε η ώρα της παρουσίασης του έργου: μεγάλη συνάντηση με τ’ αφεντικά, όλα τα μάτια πάνω μας. Δε φάνηκε να ανησυχεί. Ήξερε το παιχνίδι – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ξεκινώντας, φυσικά, έκανε τη γνωστή εισαγωγή: “Ευχαριστώ πολύ την ομάδα, ωστόσο, θέλω να παρουσιάσω τη δική μου προσέγγιση για το κομμάτι αυτό”. Εγώ κάθισα αμέτοχος.

Μέσα στη σιγή, αφού τελείωσε το κομμάτι της, ο γενικός διευθυντής γυρίζει σ’ εμένα: “Εσύ έχεις να προσθέσεις κάτι;”. Εκείνη σίγουρη, γέρνει προς τα πίσω στην καρέκλα της. Εδώ τα χάνω για ένα δευτερόλεπτο. Ήταν η στιγμή που όλο το φαρμάκι των μηνών έπρεπε να μετατραπεί σε δυο κουβέντες απλές.

“Θα πω απλώς ότι είχαμε συμφωνήσει να προχωρήσουμε με κοινό πλάνο. Θα ήθελα να παρουσιαστούν και τα στοιχεία της αρχικής εργασίας, αν είναι εύκολο.” Στέλνω με ψυχραιμία τα αντίγραφα του project στη μεγάλη οθόνη – όλα χρονολογημένα, όλα καταγεγραμμένα. Μιλάω ήρεμα, δείχνω points και charts που προήλθαν από τα δικά μου drafts. Δεν αναιρώ τη συνεισφορά της, αλλά δε δίνω παραπάνω χώρο απ’ όσο πραγματικά είχε. Όλα μπροστά σε όλους, χωρίς φωνές, χωρίς κατηγόριες. Μόνο το πιο σημαντικό: αποδείξεις.

Η αίθουσα αφήνει για λίγο μια σιωπή, από εκείνες που κόβεις με το μαχαίρι. Μέχρι να μιλήσει ο διευθυντής: “Ας διασταυρώσουμε τα στοιχεία”. Ανταλλάζουν ματιές. Εκείνη δεν μιλάει. Δεν ξέρω αν σκεφτόταν πώς θα το γυρίσει ή αν καταλάβαινε ήδη ότι αυτό που έκανε άρχιζε να βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν ξαναμίλησε κανείς μέχρι να τελειώσει το meeting. Έφυγα σιωπηλά.

Την επόμενη μέρα, χωρίς κορώνες, τη φώναξαν για “διευκρινίσεις”. Τη δική μου δουλειά την ανέλαβε άλλος υπεύθυνος. Μου ζήτησαν συγνώμη για το παρελθόν και μου ζήτησαν να ηγηθώ νέου project, αυτή τη φορά μόνος μου. Η αλήθεια βγήκε από μόνη της – ήσυχα, αισθητά, χωρίς να χρειαστεί να ψάξω καυγά. Όσοι με είχαν “συμβουλέψει” να προσέχω, με πλησίασαν ξανά. Με είδαν αλλιώς. Οι μάσκες έπεσαν, αλλά όχι με θόρυβο. Με τον πιο σιωπηλό τρόπο.

Δεν ξέρω αν έμαθε κάτι από όλο αυτό. Εγώ πάντως έμαθα. Και ποτέ, ούτε μια στιγμή, δεν διασκέδασα αυτό που συνέβη – ήταν πόνος, αλλά και μια αλήθεια που κάποια στιγμή βγαίνει. Δεν είπα ποτέ “τώρα πήρα το αίμα μου πίσω”. Απλώς έκλεισα ήσυχα την πόρτα και προχώρησα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.