Ιστορίες Εκδίκησης – Δεν είμαι χαλί για κανέναν

Ξέρεις πώς είναι να σε παίρνουν για δεδομένο, ε; Ε, εγώ το έμαθα με τον δύσκολο τρόπο. Θέλω να το μοιραστώ γιατί με βαραίνει ακόμα και τώρα που έχουν περάσει δυο χρόνια. Δεν ξέρω, μπορεί και κάποιος άλλος να βρει τον εαυτό του μέσα σε αυτά που θα πω. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά προδομένος απ’ το ίδιο μου το αίμα. Από τον ξάδερφό μου τον Πέτρο.

Καλοκαίρι του 2022, στην Αθήνα. Ζέστη που αναστενάζει η άσφαλτος. Εκείνο το διάστημα δούλευα με τα χίλια ζόρια σ’ένα λογιστικό στα Πατήσια και τα απογεύματα βοηθούσα στο μαγαζί του πατέρα μου στο Περιστέρι. Ο Πέτρος, παιδί φαινομενικά καλό, ήρθε να μου ζητήσει χάρη. Σπίτι μένει στην ίδια πολυκατοικία με τους δικούς μου, η μάνα του είναι αδερφή της μάνας μου – δεν το ‘χεις καθαρίσει πεντακάθαρα στο κεφάλι σου αυτό, μέχρι να μπλέξει τα δικά σου με τα δικά του.

Ο Πέτρος, λοιπόν, μου λέει: “Ρε, Βασίλη, έχεις εκείνον τον φίλο σου στο ξενοδοχείο στη Γλυφάδα, μήπως μπορείς να με βάλεις να δουλέψω φέτος το καλοκαίρι;” Είχε χάσει τη δουλειά του λίγο πριν, μιλάμε ψιλομπερμπάντης τύπος, όλο κάτι συνταγές και πονηριές, αλλά σκέφτομαι, αίμα είμαστε, ας βοηθήσουμε. Τον παίρνω μέσον, τον σπρώχνω, ο Μιχάλης με εμπιστεύεται και τον βάζει ρεσεψιόν.

Τα πράγματα προχωράνε καλά για τον Πέτρο στην αρχή. Κεφάλι ψηλά, ψιλοπερηφάνια που τα κατάφερε ξανά στα πόδια του, όλο μου το χρωστάει, όλο “θα σε κεράσω ένα ουίσκι”, όλο τέτοια. Κι εγώ; Χώμα. Συνεχίζω δουλειά – σπίτι – βοήθεια πατέρα. Δεν πειράζει, λέω, τουλάχιστον βοήθησα κι ένιωσα χρήσιμος.

Ώσπου έρχεται το Μάτι. Η μάνα μου πέφτει άσχημα σ’ένα σκαλί, παθαίνει κάταγμα στο γόνατο και χρειάζεται να τη βοηθάει κάποιος. Παίρνω τον Πέτρο τηλέφωνο τότε, και του λέω “Ρε μπαγάσα, έλα σε παρακαλώ να με βοηθήσεις λίγο με τη θεία, ξέρεις τώρα, είναι δύσκολα, δεν είμαι καλά ούτε εγώ.” Μου πετάει κάτι αόριστα, “α, έχω κανονίσει βάρδια, δύσκολα, να δούμε”, και το αφήνει εκεί.

Αρχίζουν φήμες. Ακούω μέσα απ’τα σόγια ότι ο Πέτρος στις βάρδιές του απλώνει μούρη στο ξενοδοχείο, κουτσομπολεύει για τα προσωπικά των πελατών, τάχα μου γνωστός με τον ιδιοκτήτη (δηλαδή τον Μιχάλη, που όμως τον έβαλα εγώ). Περνάει λίγος καιρός και βρίσκομαι για τσίπουρα με μια παλιά συμμαθήτρια. Μου λέει ψιθυριστά: “Ο ξάδερφός σου βγάζει γλώσσα, λέει πως σε λυπάται που είσαι ‘χάπατο’ κι αυτός μόνος του στέκεται στα πόδια του. ‘Εγώ δουλεύω εκεί που άλλοι ούτε να ονειρευτούν…’”.

Ρε! Εκεί σκουραίνει το μάτι μου. Μέχρι τώρα όλα καλά, είπα δεν βαριέσαι. Αλλά το να με παίρνεις για δεδομένο, να στηρίζεις το ξεροκέφαλό σου πάνω στην πλάτη μου και μετά να με βγάζεις χαζό; Αυτή η αδικία σκάβει βαθειά, κάτι μέσα μου το κρατάει, ριζώνει.

Δεν αντιδρώ. Τα κρατάω όλα μέσα μου. Περνάει ο καιρός, ο Πέτρος δυναμώνει τον ρόλο του στο ξενοδοχείο και πλέον μου μιλά μόνο αν είναι να μου ζητήσει κανένα χατίρι. Όλο: “μίλα στον Μιχάλη να μου ανεβάσει βάρδια”, “πάρε τηλέφωνο τον τάδε πελάτη να με συστήσεις σαν δικό σου”. Σαν να με έχει υπηρέτη, τον βολεύει να παίζω το κόμμα “ξαδερφάκι”.

Χτίζω μέσα μου μια σιωπηλή απάντηση. Δεν ήταν εύκολο. Είχα πάντα την ανάγκη να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά αποφάσισα να περιμένω. Να τον αφήσω να βρει μόνος του τον τοίχο. Ένα βράδυ, ο Μιχάλης με καλεί και μου λέει: “Ρε, Βασίλη, ο ξάδερφός σου είναι καλό παιδί, αλλά τα ‘χει μπλέξει τελευταία. Όλο αργοπορεί, ξεχνάει πράγματα/ς, όλο λέει ονόματα πελατών αριστερά δεξιά. Τον καλύπτουν επειδή τον έβαλες εσύ, αλλά φέρεται σαν να είναι αφεντικό.”

Εκεί καταλαβαίνω ότι, αν συνεχίσω να τον στηρίζω, κάνω ζημιά στον μόνο άνθρωπο που δε μου χρώσταγε τίποτα – τον Μιχάλη. Σκέφτομαι πολύ. Είναι απλό να πας να τον “καρφώσεις” και να σκουπίσεις το όνομά του, αλλά δεν πάει έτσι. Ήθελα να καταλάβει μόνος του πόσο ξεγύμνωτος θα μείνει, άμα κοπεί ο ομφάλιος λώρος.

Την επόμενη φορά που με παίρνει για χάρη, του λέω ευγενικά και ξάστερα: “Ξάδερφε, δε σε βοηθάω άλλο εκεί πέρα. Δεν είμαι χαλί για να περάσεις. Κι αν δεις ότι μπορείς χωρίς εμένα, καλώς.” Δεν το περίμενε. Πάγωσε, έκοψε στη μέση τη φράση του κι απλώς κούνησε το κεφάλι.

Φεύγουν δυο βδομάδες. Αρχίζουν τα προβλήματα στη δουλειά. Δε σηκώνει κανείς το βάρος του άλλου πια. Οι πελάτες παραπονιούνται, ο Μιχάλης μαθαίνει από το στόμα άλλων αυτά που τρίβουν για Πέτρο, αντί να τα καλύπτω εγώ με μια δικαιολογία ή ένα χαμόγελο. Δεν τον κάρφωσα ποτέ, δε χρειάστηκε. Τα λάθη άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια αβίαστα, και κανένας δεν ήταν εκεί να τα μικρύνει.

Εκείνος πήγε την επόμενη φορά να μου τηλεφωνήσει. Δε σήκωσα καν. Μετά είδα κάτι ψεύτικες αναρτήσεις στα κοινωνικά – όλα καλά όσο σε βολεύουν, ε; – αλλά η υπόθεση είχε λήξει.

Τελικά ο Μιχάλης τον έστειλε σπίτι του ήσυχα και διακριτικά, και η ιστορία έσβησε, έτσι όπως είχε αρχίσει, στα μουλωχτά. Άλλοι τον λυπήθηκαν, άλλοι τον έκριναν. Εγώ απλώς ένιωσα ένα περίεργο κενό – όχι ευχαρίστηση ακριβώς, πιο πολύ πως έβαλα ένα όριο που έπρεπε να μπει από καιρό.

Μια απλή φράση του είχα πει τότε στο τηλέφωνο: “δεν είμαι χαλί”. Και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο το πίστευα κι εγώ ο ίδιος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.