Ερωτικές Ιστορίες – Το φθινοπωρινό φιλί του Χρήστου και της Μαρίας

Θα σου την πω όπως ακριβώς συνέβη, χωρίς στολίδια. Ήτανε φθινόπωρο, τέλη Οκτώβρη, που ‘γειρε η μέρα νωρίς και τα απογεύματα στη δουλειά φαντάζουν πιο βαριά. Κατέβαινα κάθε απόγευμα στο ίδιο καφενείο, εκεί στην πλατεία, για να ξεκουράζομαι λίγο πριν γυρίσω στο σπίτι. Μια μέρα, ενώ κάθισα στην άκρη κοντά στο παράθυρο, την είδα να μπαίνει. Ψηλή, μελαχρινή, μαλλιά ίσια μέχρι τους ώμους, μα κυρίως ήτανε αυτός ο τρόπος που περπατούσε, λες και το ήξερε πως τραβούσε τα βλέμματα, αλλά την άφηνε αδιάφορη.

Στάθηκε μπροστά μου, χαμογέλασε και ρώτησε αν είναι ελεύθερη η καρέκλα απέναντι. “Κάθισε”, της είπα, “κι άμα θέλεις κερνάω κι έναν καφέ, να ‘χουμε λόγο να τα πούμε.” Γέλασε, όχι δυνατά, μ’ ένα χαμόγελο μισό, σαν να δοκίμαζε τα νερά, να δει αν αξίζει. «Εγώ θέλω τσάι», μου είπε, και στρώθηκε δίπλα, όχι απέναντι.

Δεν είπαμε πολλά στην αρχή. Κοιταζόμασταν. Εγώ παρίστανα τον αδιάφορο, εκείνη χαϊδευε το χείλος του φλιτζανιού, έπαιζε με την κουταλίτσα, μέχρι που ήρθε στα λόγια το όνομά της: Μαρία. Είχε αυτή τη φωνή που λες και κάνει τα γράμματα να μοσχοβολάνε αλλιώς. Είπα κι εγώ τ’ όνομά μου και μια-δυο κουβέντες για τη δουλειά, τα κοινά. Ύστερα, η σιωπή ανάμεσα μας ‘χε άλλο βάρος. Ήταν απ’ αυτές τις σιωπές που δεν ήθελες να φύγεις, γιατί ήξερες πως κάτι σημαντικό, κάτι ωραίο γεννιέται εκεί μέσα.

Συναντηθήκαμε ξανά την επόμενη μέρα, σχεδόν χωρίς να το κανονίσουμε. Πάλι δίπλα-δίπλα, πάλι στο παράθυρο. Σιγά-σιγά αφήσαμε στην άκρη τα τυπικά, πιάσαμε να λέμε για παλιά, για απωθημένα, για όνειρα που κάναμε τότε που πιστεύαμε πως ο κόσμος μάς ανήκει. Όσο μιλούσαμε, η απόσταση μίκραινε – τα γέλια μας έσμιγαν, τα αγγίγματα έγιναν παιχνίδι: λίγο το χέρι στο τραπέζι, λίγο ο ώμος που ακουμπούσε στον δικό μου, λίγο μια ατάκα γεμάτη υπονοούμενο που μένει να αιωρείται.

Κάποια στιγμή, εκεί προς το κλείσιμο του μαγαζιού, σηκωθήκαμε να φύγουμε μαζί. Έκανε ψύχρα εκείνο το βράδυ, και διστακτικά της πρότεινα να τη συνοδέψω εκεί που θα πήγαινε. Ήξερα πως μένει κοντά, μα η απόσταση φάνηκε μακριά μες στη σιωπή μας. Σταματήσαμε σε μια γωνιά που δεν είχε κίνηση, μόνο τα φώτα του δρόμου και τη μυρωδιά του βρεγμένου πεζοδρομίου. Με κοίταξε, μ’ εκείνο το μισό χαμόγελο που έμαθα να γνωρίζω. Έμοιαζε να ρωτάει με το βλέμμα της αν θέλω να συνεχίσουμε αυτό που μόλις αρχίσαμε.

Χάιδεψα τα μαλλιά της, πολύ δειλά, σχεδόν φοβισμένα.Άπλωσε το χέρι της και μου ‘δεσε τα δάχτυλα στα δικά της – ήταν ζεστά, αντίθετα με τον αέρα. Σταθήκαμε έτσι λίγο, μέχρι που γύρισε και κρύφτηκε για μια ανάσα στο λαιμό μου. Τα μάγουλά της κάψανε τις σκέψεις μου. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά φυσικά, χωρίς τίποτα να το ξεκαθαρίζει, βρεθήκαμε να φιλιόμαστε κάτω από ένα φως πορτοκαλί, μες στη μέση του πουθενά.

Δεν υπερβάλλω αν σου πω πως εκείνη τη στιγμή έπαψε να με νοιάζει τι ώρα είναι, τι μέρα. Ένοιωσα πως τα χρόνια μου τα ‘πιασα απ’ την αρχή, όλα γίνανε πάλι καινούρια. Την κράταγα αγκαλιά σφιχτά, αυτή χώθηκε πάνω μου κι ήταν ο ένας για τον άλλον τα πάντα – τουλάχιστον εκείνο το βράδυ.

Δεν υπήρχε τίποτα το τρανό, τίποτα το εξεζητημένο – μόνο μια δίψα και μια ανάγκη που δεν χρειαζότανε πολλές εξηγήσεις. Το χαμόγελο της όταν έφυγε, πριν μπει στο σπίτι της, το θυμάμαι ακόμη – ήταν απ’ αυτά τα χαμόγελα που φτιάχνονται για να τα θυμάσαι στις σιωπές.

Δε με νοιάζει αν αυτό είχε μέλλον ή όχι. Η Μαρία έμεινε στη ζωή μου με τον δικό της, παράξενο τρόπο. Περνάω ακόμη απ’ το ίδιο καφενείο πού και πού και πιάνω τον εαυτό μου να χαζεύει το τζάμι, μήπως ξαναφανεί – κι αν ποτέ βρεθούμε από κοντά, πιστεύω θα είναι το ίδιο όμορφο κι αμήχανο, ακριβώς όπως τότε.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.