Ερωτικές Ιστορίες – Το φθινοπωρινό βράδυ γνωριμίας στον Περισσό

Δεν ήταν ούτε καλοκαίρι, ούτε χειμώνας. Κάπου στη μέση το ‘πιασες, το φθινόπωρο μύριζε βρεγμένο χώμα και αέρα. Είχε κάτι απογεύματα που νύχτωνε νωρίς και όλοι λες να βιάζονταν να κλειστούν μέσα, μα εγώ δεν ήθελα σπίτι. Είχα βγει βόλτα στον Περισσό, έτσι για να ξεχαστώ, και έπιανε ψύχρα, κι ας μην το παραδεχόμουν ούτε στον εαυτό μου. Εκεί, σ’ ένα παλιό καφενεδάκι, τη συνάντησα πρώτη φορά.

Ήταν καθισμένη δίπλα στο παράθυρο, χαμένη στο δικό της σύμπαν. Ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά της, ένα τσιγάρο σιγοκαιγόταν στο τασάκι. Από κείνες τις γυναίκες που δε θες να κοιτάξεις δεύτερη φορά, γιατί κινδυνεύεις να κολλήσεις. Την παρατήρησα χωρίς να κάνω θόρυβο – με ήθελε ο διάολος και κάθισα απέναντί της, για καφέ ξεκίνησα, εγώ ούτε που πίνω και πολύ.

Το βλέμμα της με πήρε χαμπάρι. Δε χαμογέλασε, δε στραβομουτσούνιασε, μόνο με κοίταξε έτσι όπως δεν με ‘χει κοιτάξει ποτέ γυναίκα. Σαν να ‘ξερε γιατί ήρθα, τι ψάχνω εκείνο το βράδυ. Ήρθε ο κυρ-Γιάννης να πάρει παραγγελία, παρήγγειλα στην τύχη έναν στάνταρ εσπρέσο, κι εκείνη, χωρίς να σηκώσει τα μάτια, είπε «Στον κύριο έναν λικέρ κεράσι από μένα.» Μου ‘ρθε να γελάσω, μα μόνο την κοίταξα στα σοβαρά.

Σιγά σιγά γίνανε όλα ήσυχα. Είχε λίγους στην αίθουσα, οι περισσότεροι ήταν μόνιμοι θαμώνες, ξέραν τα χούγια τους, δεν ασχολήθηκαν. Εκείνη άφησε το βιβλίο, το ‘κλεισε απαλά, λες κι έκλεινε μια μεγάλη κουβέντα, και τόλμησα και της είπα ένα «ευχαριστώ για το ποτό». Μου έγνεψε με το κεφάλι, έβγαλε το παλτό της κι είδα το μπορντό, μάλλινο πουλόβερ που αγκάλιαζε τους ώμους της. Με ρώτησε: «Πώς ήρθες ως εδώ, τέτοια ώρα;» Δεν ήξερα τι να πω, μόνο ένα «δεν με χωράει το σπίτι» κατάφερα να τραυλίσω.

Κι έτσι, χωρίς πολλά πολλά, αρχίσαμε να λέμε. Τα κλασικά στην αρχή – τα δήθεν αδιάφορα. Ποιος είσαι, τι κάνεις, πού δουλεύεις, έχεις κάποιον ή μόνη; Όμως στα λόγια υπήρχε άχνα άλλο, το ‘νιωθα, εκεί ανάμεσα στις λέξεις. Υπήρχαν παύσεις κοφτές, που όσο διαρκούσαν, η καρδιά μου βαρούσε σαν κουδούνι την Κυριακή το πρωί. Μου ‘ριχνε βλέμματα λοξά, τάχα κατέβαζε το κεφάλι για τζούρα και δειλά περνούσε δάχτυλο απ’ το κοντό της μαλλί.

Ένα σημείο που δεν το κατάλαβα καν, ήμουνα σκυμμένος να μαζέψω το πακέτο μου που ‘πεσε στο πάτωμα – όταν το ξανασήκωσα, βρέθηκα τόσο κοντά της που ένιωσα το άρωμά της, βαρύ, κάπως λουλουδάτο αλλά ζεστό. Τα μάγουλά της ήταν ροδαλά, είτε απ’ τον καιρό είτε απ’ το κρασί, δεν ξέρω. «Φοράς ωραία κολόνια», της λέω. «Δε φοράω», μου πετάει παιχνιδιάρικα. Η καρδιά μου έπαιζε ταμ-ταμ.

Την πρόσεχα, κι όσο μιλούσαμε, όλο βυθιζόμουν σ’ αυτό που μου ‘δινε. Λίγα-λίγα, δικά της λόγια κοφτά, βλέμματα στα χείλη, χέρια που τύλιγαν την κούπα σφιχτά. Δεν ήταν τίποτα κραυγαλέο – η ένταση μάζευε ήσυχα πάνω στο τραπέζι, όπως το φως στον πάτο του ποτηριού και το ψιλόβροχο στο τζάμι. Ένιωσα ότι ήθελα ν’ αγγίξω το χέρι της, μα το ‘κανε αυτή πρώτη. «Κρυώνεις;» με ρώτησε. Και πριν απαντήσω, έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό μου. Ζεστό, λίγο ιδρωμένο, αλλά σίγουρο, δυνατό χέρι.

Για λίγα λεπτά δε μιλάγαμε. Αυτή έκανε παιχνίδι στην αφή, σιγά-σιγά, περνώντας τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά μου. Εγώ δεν ήξερα ούτε τι να πω, ούτε τι να σκεφτώ. Μόνο το κορμί μου ξύπνησε για τα καλά – μια κρυφή ταραχή, παράξενη ανυπομονησία, που μ’ έκανε να τα χάσω. Έσφιξα λίγο το χέρι της, άφησα τον εαυτό μου να γείρει κοντά της. Μου ψιθύρισε: «Θες να πάμε μέχρι έξω; Έχω τσιγάρα κι η βροχή σταμάτησε.»

Σηκωθήκαμε μαζί, σχεδόν χωρίς να κοιταχτούμε. Βγήκαμε στο στενό πεζοδρόμιο, κάτω από μια λάμπα που τρεμόπαιζε. Μου ‘δωσε τσιγάρο, άναψε και το δικό της. Για λίγο, απλώς στεκόμασταν έτσι – δυο κορμιά στους υδρατμούς, χωρίς κουβέντες. Ένιωσα το σώμα της δίπλα στο δικό μου, ένα εκατοστό απόσταση, φλόγα που δεν έβρισκε αέρα, αλλά έκαιγε λες κι ήξερε τι ήθελε.

«Σου άρεσα;» με ρωτάει κάποια στιγμή. Την κοίταξα στα μάτια, δε χρειάστηκε τίποτα. Φιλήθηκα με φόβο, με λαχτάρα – ήμουν τριάντα τρία χρονών και τα ‘χα χάσει σαν πιτσιρίκι. Το φιλί ήταν αργό, σταθερό και με δυο χέρια να χτυπούν σταθερά την πλάτη μου, λες και με καλωσόριζε στον εαυτό μου. Τη χάιδευα στο πρόσωπο, κατέβαινα στο λαιμό της, σ’ εκείνα τα σημεία που στέκεις πάνω από ρήγματα χωρίς να πέφτεις, αλλά μόνο νιώθεις.

Δε μας ένοιαζε ο δρόμος, ούτε ποιος περνάει. Για πολλά λεπτά ούτε οι φωνές των περαστικών, ούτε το φως από το καφενείο. Θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που μου ‘πιασε το σακάκι και με τράβηξε κοντά της, δυναμικά-τρυφερά μαζί. Σα να μ’ έλεγε «σε πήγα εγώ ένα βήμα πιο πέρα – τώρα πάμε λίγο ακόμα;» Είπα ένα «πάμε», κι έβαλα το χέρι μου γύρω απ’ τη μέση της.

Περπατήσαμε αγκαλιά ως την πλατεία, χωρίς πρόγραμμα. Δεν είχε ώρα ή μέρα, μόνο εμείς κι η ανάσα μας, δυο φωνές που δεν ήξεραν ακόμα καλά-καλά τι ψάχνουν αλλά πρόδιδαν η μια την άλλη χωρίς να τολμούν να μιλήσουν δυνατά.

Το βράδυ εκείνο δεν τελείωσε σε κρεβάτι, ούτε σε ξενύχτι. Μόνο ένα σφιχτό αγκάλιασμα, μια υπόσχεση κοιταχτήκαμε, να δούμε αν την άλλη φορά θα τολμήσουμε πιο πέρα. Γύρισα σπίτι μ’ αυτή τη γλυκιά τάση στο στήθος και λίγο από το άρωμά της στα χέρια μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.