Δεν ξέρω αν όλα όσα ζήσαμε εγώ κι η Μαρίνα ήταν γραφτό να γίνουν, πάντως, όποτε το θυμάμαι, νιώθω σαν να με πιάνει ένας γλυκός ίλιγγος. Δεν ήμουνα κανένας πιτσιρικάς, να πεις, ούτε στα πρώτα μου σκιρτήματα. Ήμουν κοντά στα σαράντα, με δύο δουλειές στην πλάτη και μία χωρισμένη ζωή ήδη. Εκεί κοντά στο Περιστέρι, στα παλιά τα μέρη, εκεί που είχα αφήσει μισοτελειωμένα όνειρα, την γνώρισα.
Εκείνα τα απογεύματα στη γειτονιά, που όλοι πια έχουν βγάλει σκυλιά και τα παιδιά τους στις πλατείες, εγώ καθόμουνα σ’ ένα καφενεδάκι, στο τραπεζάκι στη γωνία που πιάνει και λίγο δροσιά καλοκαίρι-χειμώνα. Μία μέρα, μπήκε μέσα η Μαρίνα με τη φίλη της. Φουλάρι κόκκινο, μαλλιά σκούρα, οι κινήσεις της είχαν μία ησυχία, σαν να μην αγχωνόταν ποτέ. Περνάει, ρίχνει ένα βλέμμα – εγώ λίγο χαμηλώνω, γιατί το ’χω το ντροπαλό μου, κι όμως, το νιώθω, με είχε δει.
Τη δεύτερη φορά που βρεθήκαμε, πιο τολμηρός πια, της λέω «Καλησπέρα, ωραία τα λες με τη φίλη σου.» Τον τρόμο μου δεν τον φανέρωσα, μα η φωνή μου έτρεμε, το κατάλαβε. Ήρθε κι έκατσε για λίγο δίπλα μου, με ένα χαμόγελο που περισσότερο ακουμπούσε τα μάτια. «Δεν βαριέσαι; Τόσα χρόνια εδώ, πρώτη φορά μιλάμε…» μου λέει. Το αφήσαμε να αιωρείται.
Μετά ήρθαν τα σκόρπια βλέμματα. Πέρναγε από τον δρόμο απέναντι, σκηνοθετημένα δήθεν τυχαία, χαμογελούσε με το στόμα της αλλά οι γωνιές των χειλιών μαρτυρούσαν πάντα κάτι παραπάνω. Βράδιασε μια μέρα κι έβγαλα τον σκύλο, λέω «θα με δει;» – κι ώσπου να τελειώσω τη σκέψη, νάτη από τη γωνία, μ’ ένα μπουφάν ανοιχτό, τα χέρια στις τσέπες. «Πάμε ως κάτω περπατώντας;» Εγώ ήμουνα έτοιμος να πω ναι προτού καν ρωτήσει.
Εκείνο το βραδινό περπάτημα, ακόμη το θυμάμαι. Τα φώτα στις λάμπες ζέσταιναν τον δρόμο, η ασφάλεια του γνωστού χώρου, κι όμως το καινούργιο να σιγοκαίει από κάτω. Πήρα θάρρος και της άφησα το χέρι μου ελάχιστα να την ακουμπήσει. Δε μαζεύτηκε. Κράτησε το χέρι μου λιγο παραπάνω, έτσι όπως περπατούσαμε πλάι – σαν να είχαν δέσει από πάντα τα χέρια μας.
Οι πρώτες μέρες ήταν σαν να ‘κλεβε ο ένας από τον άλλον βλέμματα και λέξεις. Στο καφενείο, όταν ήταν κόσμος, μιλούσαμε δήθεν για τα καθημερινά, αλλά τα μάτια μας αλλού. Το βράδυ, της έστελνα κανά μήνυμα – πάντα λιγοστά, πάντα υπαινιγμός. Πιο πολύ όμως, τα μάτια. Πού να στα πω, πώς κοιτάει ο άλλος κι αισθάνεσαι πως γδύνεσαι μπροστά του; Το ένιωθα – να με καίει σαν αναπνοή.
Μια Παρασκευή στο σπίτι της. Είχε φτιάξει φακές – λες και ήθελε να μου δείξει ότι έχει τις δύο πλευρές, της γυναίκας και της μάνας μαζί. «Να φας να στυλωθείς», μου λέει, και γελάμε. Οι κινήσεις της πάνω στο μικρό τραπέζι, το παιχνίδι με το πιρούνι, το κρασί που έβαζε αργά στα ποτήρια. Να σου πω, δεν ακουμπούσαμε καν, αλλά στον αέρα κάτι με τραβούσε κοντά της – και εκείνη το ήξερε. Λες και περίμενε πότε θα τολμήσω.
Σηκώθηκε πρώτη, έπλυνε τα πιάτα, ύστερα, ήρθε, σκούπισε τα χέρια και στάθηκε απέναντί μου. Λίγο πιο κοντά αυτή τη φορά, ο αέρας άλλαξε, λες και περίμενε η στιγμή τίποτα άλλο παρά να πέσουν οι αμυνες. Της χαϊδεύω τα μαλλιά, μιλάμε για κάτι άσχετο – και μετά, σιωπή. Κόλλησα τη μύτη μου στη δικιά της, για δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν ολόκληρος αιώνας, και στην ανάσα της ένιωσα την απόφαση να γίνει δική μου στιγμή.
Το φιλί ήρθε δειλό, προσεκτικό, στην αρχή, μετά κάπως πιο δυνατό, λες και ήθελε να πει όσα τόσον καιρό κρύβαμε. Δεν βιαστήκαμε. Το σπίτι ήσυχο, τα ρολόγια να σταματούν. Αγκαλιάσαμε ο ένας τον άλλον – ταιριάζαμε περίεργα, αδέξια ίσως, σαν να μαθαίνεις ξανά το χάρτη του σώματος ενός άλλου ανθρώπου. Μόνο τα χέρια μας μιλούσαν στην αρχή, κι ήταν λες και μίλαγαν για όλα: για τις μοναξιές, τα γελάκια, τους φόβους, τα χαμένα φιλιά.
Εκείνο το βράδυ δεν έγινε τίποτα ωμό – μόνο αγκαλιές και φιλιά και το να περνάς το χέρι στο δέρμα του άλλου με ένα τρέμουλο, σαν να φοβάσαι να το χαλάσεις. Μείναμε μες στη σιωπή ώρες. Εγώ ζεστάθηκα απ’ τα γέλια της, από το πώς ανέπνεε ήσυχα δίπλα μου. Σαν να χωράγαμε, δυό μεγάλοι, σε μία καινούρια αρχή. Κι όταν πια ξημέρωσε, φύγαμε χωρίς υποσχέσεις, αλλά ήξερα πως το θέλω να ξαναγίνει. Κάθε φορά που τη συναντώ, νιώθω πως σιγοβράζει αυτό το κάτι, και κάθε φορά είναι αλλιώς. Δεν το φιλοσοφώ. Μόνο αφήνομαι.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.