Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο φιλί του Γιώργου και της Μαρίας στη βροχή

Κανονικά μιλάω λίγο παραπάνω, ίσως και βαριά καμιά φορά, αλλά να, μ’ αυτό το θέμα ούτε θέλω να το παίξω έξυπνος ούτε να το παίξω αδιάφορος. Μιλάμε για τη Μαρία λοιπόν. Αυτή η γυναίκα, ρε φίλε… Τη γνώρισα εντελώς αναπάντεχα, ένα βράδυ που δεν το περίμενα καθόλου – κάτι τέτοια βράδια θυμάσαι στα αλήθεια, τελικά.

Είχα πάει με τους φίλους μου στο μπαράκι που πάμε συχνά στο Παγκράτι, ξέρεις, αυτά τα στενά με τα μικρά στέκια, το ένα δίπλα στ’ άλλο, πολύχρωμα φώτα, γέλια, λίγο τσιγαρίλα, κόσμος που μπαινοβγαίνει, φωνές και κουτσομπολιά. Καθήσαμε στο βάθος, σαν πάντα. Την πρωτοείδα με μια παρέα κοριτσιών, γελούσαν τόσο αυθεντικά που νόμιζα ότι είχαν δει το έργο της χρονιάς – και η φωνή της δεν γινόταν να μπερδευτεί με καμία άλλη: μια μπάσα, δυνατή, σαν αυτές που ακούς και λες “εδώ κάτι γίνεται”.

Δεν θυμάμαι πώς πιάσαμε κουβέντα, αλήθεια στο λέω. Ή μπορεί να το θυμάμαι, αλλά να το κρατάω για μένα. Ήταν μια ατάκα αστεία, νομίζω, κάτι για το μουντό καιρό – κάπως άνοιξε το πράγμα, ήρθαν τα κορίτσια στο τραπέζι μας, μετά ακούμπησαν καρέκλες και οι μπύρες μπερδεύτηκαν, ούτε ήξερε κανείς πιο ποτήρι ήταν δικό του.

Κοίτα, η Μαρία με κοίταγε συνέχεια. Όχι με ταχυκαρδία, ούτε με αυτά τα νιανιά βλέμματα που το παίζουν τάχαμου “τρομερά ντροπαλή”. Με κοίταγε σαν να ήξερε κάτι για μένα που δεν το ήξερα ούτε εγώ. Κάθε φορά που πήγαινε ν’ απαντήσει σε αστείο μου, το καθυστερούσε μισό δευτερόλεπτο· κι αυτό το μισό, που την κοίταγα στα μάτια, με ζάλιζε χειρότερα κι απ’ το ουίσκι.

Σιγομιλούσαμε όλο το βράδυ. Ξέρεις αυτή την αμηχανία ανάμεσα στο “σ’ ακούω” και “τώρα θέλω να σε φιλήσω”. Πήγε αργά. Ο κόσμος σηκωνόταν σιγά σιγά, έμεναν όλο και πιο λίγοι. Εκείνη… έμεινε μέχρι το τέλος, σημάδι καλό. Μέσα στην μπάρα είχε ανάψει φώτα κίτρινα, χαμηλά, γινόταν σκιά το πρόσωπό της στις άκρες, μα τα μάτια της λαμπίριζαν—πώς να σου το πω—σαν να έπεφτε κερί πάνω τους.

Και κάπου ανάμεσα στις τελευταίες γουλιές και τα γελοία αστεία του φίλου μου, η Μαρία ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στο δικό μου, πάνω στο μάρμαρο που είχε αρχίσει να κρυώνει. Μου έσφιξε τα δάχτυλα, τόσο όσο να καταλάβω ότι αυτό εδώ δεν ήταν τυχαίο. Δεν έκανε σκηνή, δεν είπε τίποτα. Μόνο μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο, αυτό το στραβό που είχανε πάντα οι κοπέλες που ξέρουν τι ψάχνουν – μου είπε: “Φεύγω σε λίγο”.

Ξέρεις τι απάντησα; “Άσε με να σε πάω.” Τόσο απλά, χωρίς φιοριτούρες. Μάζεψε το τσαντάκι της, έριξε το παλτό πάνω απ’ το φαρδύ μπλουζάκι της – βρήκα ευκαιρία να μυρίσω λίγο κοντά το άρωμά της, ανατολίτικο, σου λέω, σαν πικάντικο πορτοκάλι. Βγήκαμε στον δρόμο, ψιλόβρεχε και το φως των φαναριών έπεφτε στα βρεγμένα πεζοδρόμια, σκέτη κινηματογραφική σκηνή.

Η αμηχανία είχε περάσει, βήμα στο βήμα περπατούσαμε σιγά, λες και μας κυνηγούσε η νύχτα να πει το “κάτσε λίγο ακόμα”. Δεν μίλαγε πολύ, ούτε κι εγώ. Κάθε τόσο γύρναγε να με κοιτάξει και σταματούσα ένα βήμα. Εκείνη, δυο κεφάλια πιο κοντή από μένα, γύριζε και με κοίταγε από κάτω —και κάπου εκεί κάναμε το πρώτο μας φιλί, μέσα στη βροχή, κάτω από μια λεύκα που δεν κάλυπτε και πολλά. Δεν κράτησε λεπτά, κράτησε αιώνες. Το θυμάμαι και τώρα, μ’ έπιασε ένας κόμπος στο στομάχι.

Τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της, λίγο παραπάνω από το μετρό. Μπροστά στην πόρτα κοντοστάθηκε μισή στιγμή, άνοιξε τα φώτα, μ’ έβαλε μέσα. Δεν είχε φανατισμό η στιγμή, δεν είχε βιασύνη. Στο χολ, κρεμάσαμε παλτά και χέρια μαζί· μα αυτή ήξερε να περιμένει. Έβγαλε μπλούζα, φόρεσε μια φαρδιά ζακέτα, έφερε δυο τσάγια. Κάθησα δίπλα της στον καναπέ, μύρισα τα μαλλιά της καθώς έσκυψε να πιάσει το φλυτζάνι. Της χάιδεψα τον σβέρκο τόσο απαλά, που την ένιωσα να ανατριχιάζει ολόκληρη.

Μείναμε εκεί, έτσι, να ζεσταίνουμε τα χέρια μας στο φλιτζάνι και τα κορμιά μας σταδιακά μεταξύ τους, χωρίς τίποτα παραπάνω εκείνο το πρώτο βράδυ – μόνο εκείνα τα σιωπηλά χάδια, κάνα φιλί πλάγιο, και ματιές που έλεγαν ό,τι δεν χρειαζόταν να ειπωθεί.

Έτσι κύλησε το πρώτο βράδυ μας, χωρίς μεγάλες σκηνές, χωρίς υποσχέσεις. Μόνο κάτι παλμικά αγγίγματα, λίγο το άρωμα, πολύ το δέρμα. Έφυγα τα ξημερώματα με το ίδιο χαμόγελο που είχε εκείνη όταν μου άνοιξε την πόρτα.

Μην με ρωτάς τι έγινε μετά· δεν έγιναν πάντα όλα εύκολα. Είχαν μέρες σιωπής, μέρες με αστεία μηνύματα, μέρες που τα τσιγάρα τελειώναν μόνος μου στο μπαλκόνι, αλλά κάθε φορά που τη θυμόμουν, ακόμα και τώρα που στα λέω, νιώθω αυτή την ηλεκτρισμένη αμηχανία εκείνης της πρώτης βόλτας, της πρώτης σιωπής. Όλο μου το είναι ξαναζεί εκείνο το φιλί κάτω απ’ την λεύκα, μέσα στη βροχή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.