Δεν ξέρω αν το πιστεύεις, αλλά καμιά φορά τα πιο τρελά κι απρόσμενα πράγματα συμβαίνουν εκεί που δεν το περιμένεις. Εμένα η ιστορία που θα σου πω ξεκίνησε ένα βροχερό βραδάκι του Μάρτη, σε μια ταβέρνα στα Πετράλωνα. Φίλοι, κρασί, χάζι και γέλια – ξέρεις, από εκείνα τα βράδια που ξεκινάς χωρίς καμιά προσδοκία κι απλώς αφήνεσαι. Δεν γούσταρα και πολύ να βγω, αλλά με τράβηξε ο Κώστας. Είναι η ψυχή της παρέας αυτός, δεν του χαλάς χατίρι.
Εκεί γνωρίστηκα με τη Νάγια. Ήταν με δυο φίλες της, στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Ξέχωριζε από μακριά – ψηλή, ξανθή, με κάτι μάτια που δεν έχεις ξαναδεί. Όχι μπλε· κάτι ανάμεσα σε πράσινο και γκρι, πολύ παράξενο, σχεδόν απόκοσμο. Το χαμόγελό της λες κι άνοιγε λίγο περισσότερο το φως στην αίθουσα. Ήταν ζωηρή, γέλαγε δυνατά και όταν γύρισαν τα βλέμματά μας, για μια στιγμή μου κόπηκε η ανάσα. Γέλασε – όχι ειρωνικά, ανθρώπινα, εκείνο το χαμόγελο που σε τραβάει θέλεις δεν θέλεις.
Μετά, όλο το βράδυ αναρωτιόμουν αν κοιτούσε εμένα ή απλώς τύχαινε κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι να συναντάνε τα μάτια μας. Έκανα δήθεν ότι μιλάω με τον διπλανό, έπαιζα με το ποτήρι, αλλά εκείνη… Εκείνη κάθε φορά που γελούσε ή έλεγε κάτι, έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου. Τα χέρια της, τα δάχτυλα, πώς έσφιγγε τον λαιμό του μπουκαλιού του κρασιού… ήμουν χαμένος στο θέαμα αυτό και ταυτόχρονα δεν ήξερα πώς να πλησιάσω.
Προς το τέλος της βραδιάς, βγήκαμε έξω για τσιγάρο. Έβρεχε ψηλά, αυτές οι ψιχάλες που σου κολλάνε στα μαλλιά και στα ρούχα και κάνουν τη νύχτα πιο ζωντανή. Καθίσαμε κάτω από την τέντα, αυτοί κι εμείς, χαλαρά πιασμένοι κάτω απ’ το βάρος του κρασιού και της κουβέντας. Με πλησίασε πρώτη. Με ρώτησε αν έχω φωτιά. Τα δάχτυλά της τρέμανε λίγο από το κρύο, τα νύχια βαμμένα κοραλλί, όμορφα. Της έδωσα τον αναπτήρα και για ένα δευτερόλεπτο άγγιξαν τα χέρια μας. Μια σπίθα κάτω από το δέρμα – ξέρεις τι λέω, αυτό το μικρό ρεύμα που σε διαπερνά και λες «ώπα, κάτι γίνεται εδώ».
Πιάσαμε κουβέντα. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε ακριβώς, πιο πολύ θυμάμαι πώς την άκουγα, πώς παρατηρούσα πώς μιλούσε. Μιλούσε με τα χέρια, γύρναγε κάθε τόσο ένα τσουλούφι από τα μαλλιά της πίσω από το αφτί, κι όποτε πλησίαζε για να ακούσει κάτι καλύτερα, έβαζε το χέρι απαλά στον ώμο μου. Οι άλλοι έκαναν χαβαλέ, κι εμάς σα να μας είχε ρουφήξει μια μικρή φούσκα μέσα στο πλήθος. Τις τελευταίες δυο ώρες, μόνο μεταξύ μας υπήρχαμε.
Θυμάμαι πως διστάζαμε, σαν να παίζαμε ένα παιχνίδι. Την κοιτούσα στο στόμα όταν μιλούσε, εκείνη καμιά φορά άγγιζε δήθεν το χέρι μου για να πει ένα ανέκδοτο, ένα αστείο. Τα μάτια της όμως δεν γελούσαν συνέχεια – κάποιες φορές σοβάρευαν, έμεναν σιωπηλά καρφωμένα πάνω μου, κι ένιωθα κάτι να με τραβάει όλο και πιο μέσα της.
Όταν φύγαμε, είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά. Οι φίλοι της πήραν ταξί, αλλά εκείνη μου ζήτησε να τη συνοδέψω μέχρι το σπίτι. Δεν μέναμε μακριά, λίγα στενά παραπάνω. Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα, κάτω απ’ τις λαμπίτσες του δρόμου, και ήμασταν και οι δυο ήσυχοι, λες και μοιραζόμασταν ένα μυστικό. Κάποια στιγμή, σε ένα πιο σκοτεινό κομμάτι του δρόμου, κοντοστάθηκε. Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια, με αυτό το περίεργο βλέμμα που δεν ήξερα τι κρύβει.
«Μη βιάζεσαι», μου είπε. Έβαλε το χέρι της στο μπράτσο μου, συγκράτησε το βήμα μου και με πλησίασε λίγο πιο κοντά. Ήμουν τόσο νευρικός που άρχισα να ιδρώνω. Με κοίταξε με εκείνα τα μάτια, έκανε ένα βήμα ακόμα πιο κοντά και έβαλε το χέρι της στο λαιμό μου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να την αγγίξω ή να της μιλήσω. Δεν ήθελα να χαλάσω την στιγμή.
Έμεινα ακίνητος. Κι εκείνη, με μια κίνηση απαλή, ακούμπησε τα χείλη της πλάι στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Μ’ αρέσει που με κοιτάς έτσι». Μετά, αργά, γύρισε και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. Δεν ήταν βιαστικό. Ήταν σαν να λέμε «ναι, το θέλουμε κι οι δύο». Το φιλί μας κράτησε ώρα, όπως κρατάνε οι σιωπές πριν πεις το πρώτο «σ’ αγαπάω» – γεμάτο πρόθεση και δισταγμό μαζί, ένα μπέρδεμα γλυκό, από εκείνα που σε ζαλίζουν σαν κρασί.
Εκείνο το βράδυ δεν συνέβη τίποτα παραπάνω. Με χαιρέτησε με ένα φιλί, μου χάιδεψε το μάγουλο, κι έφυγε ήσυχα μέσα στη βροχή. Έμεινα να την κοιτάζω να απομακρύνεται, με το φόρεμά της να κολλάει πάνω της απ’ την υγρασία και τα μαλλιά της ανακατεμένα στους ώμους. Κάτι είχε αλλάξει μέσα μου, αυτό το ξέρεις όταν σου συμβαίνει. Δεν βιαστήκαμε, ούτε καν ανταλλάξαμε υποσχέσεις. Υπήρχε μια υπόσχεση στον αέρα, ωστόσο. Από εκείνες που δεν χρειάζονται λόγια, μόνο βλέμματα, άγγιγμα και σιωπή.
Δεν ξέρω αν είχα ξαναζήσει τόση ένταση χωρίς να γίνει τίποτα παραπάνω από ένα φιλί. Αυτό, το πρώτο, το αληθινό που θυμάσαι χρόνια μετά και σου φέρνει ένα χαμόγελο, όποτε σκάει καμιά ψιχάλα στον δρόμο.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.