Ξημέρωνε Σεπτέμβρης, ένα πρωί μουντό στην καινούργια γειτονιά. Τότε μετακόμισα, ήμουνα τριάντα τεσσάρων, ξαναρχίστηκα κάπως – καινούργια δουλειά, καινούριο σπίτι, όλα κατά κάποιον τρόπο άγνωστα. Η πολυκατοικία είχε παλιούς ανθρώπους∙ χαμηλά μπαλκόνια γεμάτα γλάστρες, κανα δυο πλαστικές καρέκλες, ταβάνι που λαχταρούσε φρεσκάρισμα και μυρωδιά από γιασεμί μπλεγμένη με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ.
Απέναντί μου έμενε η Μαρία. Πιο μεγάλη από μένα· μια γυναίκα περήφανη, γύρω στα σαράντα δύο, με μαλλιά κοντά, αλαβάστρινα χέρια και μάτια να σε διαπερνάν σαν να είχαν μέσα φλόγα. Την πρωτοείδα εκείνο το πρωί να ποτίζει τα λουλούδια της. Βγήκα στο μπαλκόνι άυπνος, με έναν καφέ στο χέρι, και ένιωθα ότι απλά ήθελα έναν άνθρωπο να πει δυο κουβέντες – να σταθεί λιγάκι να μου κάνει παρέα στην ησυχία.
«Καλημέρα», είπα πρώτος, με φωνή που περισσότερο ρωτούσε αν τη νοιάζει.
Χαμογέλασε κουρασμένα. «Καλημέρα, γείτονα. Πρώτη φορά σε βλέπω. Μετακόμισες πρόσφατα;» Οι κουβέντες ξεκίνησαν απλά, μικρές, καθημερινές. Μα οι σιωπές ανάμεσα, αυτές οι σιωπές είχαν ένα βάρος, σαν να ‘χαν μέσα βόγκο από χρόνια μοναξιάς. Όταν έβαλα κάτω τον καφέ κι έτοιμη να μπει μέσα, στάθηκε, χαμήλωσε τα μπατζούρια και μου ‘πε, «όποτε θες μια παρέα, εγώ εδώ θα είμαι».
Την ίδια μέρα το μεσημέρι απ’ τη δουλειά, πρόσεξα πως είχε αφήσει πάνω στην πόρτα μου ένα ταψάκι με λαδερά. Μια χαρτοπετσέτα διπλωμένη, τίποτα δήθεν, και δυο αράδες: «Να ‘χεις ένα πιάτο φαγητό. Δοκίμασέ το». Πέρασαν δυο μέρες που ήθελα να της πω ευχαριστώ. Ο νους μου ήταν σ’ εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε άγνωστους και σε εκείνους που γλιτώνουν ο ένας τον άλλο από το τίποτα.
Την Πέμπτη είχα όρεξη για κρασί κι είπα να της χτυπήσω το κουδούνι. Βρήκα το θάρρος σχεδόν διστακτικά. Άνοιξε μ’ ένα πρόσωπο που έλεγε απ’ τα μάτια «Περίμενα». Μου ‘κανε χώρο μέσα απλά, σαν να ‘ξερε από πάντα πως το σπίτι θα γεμίσει φως μ’ έναν άνθρωπο παραπάνω.
Καθίσαμε στην κουζίνα της, στην παλιά ρετρό τραπεζαρία μ’ εκείνο το κεραμιδί τραπεζομάντηλο. Μίλαγε πολύ λίγο, αλλά τα μάτια της κρέμονταν πάνω μου. Ήπιαμε από ένα ποτήρι στην υγειά μας, λίγο κλεφτά. Εγώ, αδέξιος, δεν ήξερα ούτε πώς να σταθώ. Εκείνη, σίγουρη, πιάστηκε απ’ το μπράτσο μου όταν αφηγήθηκα μια αστεία ιστορία από τη δουλειά. Το χέρι της στο δικό μου ήταν ζεστό, αληθινό. Καμιά φορά δεν σου χρειάζεται τίποτε άλλο απ’ το άγγιγμα.
Το ραδιόφωνο έπαιζε κάτι απ’ τα παλιά: Μοσχολιού. Εκεί μιλήσαμε πιο ανοιχτά. Μου ‘πε για την αγρύπνια της, για τα χρόνια μόνη της, για τις βραδιές που η σιωπή γινόταν βάρκα κι έκλεινε τα πανιά της πάνω στο στήθος της. Εγώ δεν ήξερα τί να πω. Της έδωσα την παλάμη μου στο τραπέζι και εκείνη την έσφιξε μαλακά, σαν να θέλει να μου δώσει λίγη απ’ όλη της τη δύναμη. Κανένας θόρυβος δεν ακούστηκε στην πολυκατοικία εκείνο το βράδυ, λες και η πόλη πάγωσε να ακούει τη λαχτάρα μας.
Άναψε τσιγάρο, και μέσα στον καπνό είδα το πρόσωπό της αλλιώς: λιγάκι φοβισμένο, αλλά επιτέλους ήρεμο. «Πόση ώρα ψάχνω να βρω κοντά μου άνθρωπο που να κοιτάει όπως εσύ», μου είπε, σιγανά. Δεν της απάντησα – απλά τη κοίταζα να παίρνει το τσιγάρο στα χείλη, να το κρατάει όπως ο άλλος κρατάει βλέμμα που του λείπει καιρό.
Κάποια στιγμή φάνηκε στο πρόσωπο της εκείνο το γέλιο που βγαίνει μόνο όταν νιώθεις άλλος άνθρωπος. Κοντοστάθηκα και της χάιδεψα το μάγουλο, κάπως αδέξια. Εκείνη έγειρε πάνω μου, αφήνοντας τη κούρασή της πάνω στον ώμο μου, και, αργά-αργά, με φίλησε στο σβέρκο.
Ήτανε ησυχία όταν σηκώθηκε. «Έλα, πάμε προς το μπαλκόνι», μου είπε. Βγήκαμε, και καθίσαμε αγκαλιά σχεδόν παιδικά, χωρίς να ντρεπόμαστε για τις πληγές μας. Τα φώτα της πόλης έπεφταν πάνω μας και κάνανε σκιές στα πρόσωπα. Κάποια στιγμή, ίσως από το κρασί, ίσως από τη μοναξιά που έδεσε τα χέρια μας, φιληθήκαμε ξανά, αυτή τη φορά όπως φιλάς έναν άνθρωπο που τον διψάς.
Δεν έκανε κανένα βιαστικό βήμα. Έβαλε το χέρι της στο γόνατό μου και το άφησε να μείνει εκεί, να μου δείχνει πως δεν τρέχει η λαχτάρα, πως ούτε η νύχτα τέλειωνε. Αφήσαμε το βλέμμα μας να μιλήσει για ώρα. Ένιωθα πως αν άπλωνα το χέρι μου, θα ελευθέρωνε και τις δυο μας ψυχές.
Σηκώθηκε και με τράβηξε μέσα, ήσυχα. Δεν ήταν δύσημα, ούτε τρόπος, ούτε κόλπα. Ήταν ανθρώπινο. Τα χέρια μας βρήκαν το ένα τ’ άλλο όπως οι ρίζες στο χώμα. Και ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ, έγινε ήσυχα και όμορφα, όπως γεννιέται κάτι καινούριο σε ένα δωμάτιο που είχε χρόνια να ανοίξει παράθυρο.
Ξυπνήσαμε με το φως να μπαίνει στο σαλόνι. Χωρίς κουβέντες πολλές. Κοιταχτήκαμε, και κατάλαβα πως και να μην ξαναγίνουμε, και πάλι είχε μείνει μέσα μου εκείνο το βράδυ αληθινό, ζεστό. Σε όλη αυτή την ανοίκεια Αθήνα ήπια μαζί της τον πρώτο καφέ, θυμήθηκα πως είναι να ελπίζεις πως θα ‘ρθει ακόμη μια αγκαλιά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.