Νομίζω τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα λες και ήταν χτες. Αυτές οι στιγμές λες και χαράζονται πάνω σου, δεν τις ξεχνάς. Είχε μπει ο Ιούνης, είχε κάνει ζέστη παράξενη, πιο βαριά απ’ τις άλλες χρονιές, λες και ο αέρας ήθελε να σε σπρώξει κάπου, ή να σε κρατήσει ακίνητο να σιγοβράζεις μες στο μεσημέρι. Εγώ δούλευα τότε σ’ ένα μικρό μαγαζί με είδη σπιτιού στα Πατήσια. Ούτε πολλά πράγματα, ούτε μεγάλη κίνηση. Αλλά είχε εκείνο το οικείο, το βολικό, που οι πελάτες γίνονται γνωστοί και τα απογεύματα κυλάνε ήσυχα, αν και λίγο βαρετά κάποιες φορές.
Εκεί τη γνώρισα, την Εύη. Ήρθε μια Δευτέρα, μεσημέρι, να ψάξει για κάτι πετσετάκια κι ένα τηγάνι, μου είπε με μια φωνή γλυκιά, γεμάτη εκείνο το νιάτο που φαίνεται στο βλέμμα κι όχι πάντα στην ηλικία. Φαινόταν ταλαιπωρημένη απ’ τον ήλιο, αλλά είχε ένα χαμόγελο ξεκούραστο, αληθινό. Φορούσε ένα λιτό, μαύρο φόρεμα, και τα μαλλιά της μύριζαν μια μυρωδιά λουλουδιού, ίριδας ή γιασεμιού, δεν ξέρω ακριβώς. Της έδειξα δυο-τρία πράγματα, ήμουν λίγο αδέξιος, αλλά δεν φάνηκε να την ενοχλεί. Κάτι είπε για τα χρώματα, γελάσαμε, εγώ ντράπηκα που έπλυνα τα ποτήρια με κρύο νερό, και τότε γύρισε και με ρώτησε, έτσι στα ίσια, αν δουλεύω κάθε μέρα εκεί.
“Εδώ είμαι,” της λέω, “ό,τι θες περνάς και με βρίσκεις.” Χαμογέλασε, πήρε ό,τι βρήκε και έφυγε, και σκέφτηκα να πω πως δεν θα ξαναγυρίσει. Τέτοιες κοπέλες δεν γυρνάνε. Αλλά έκανα λάθος.
Την επόμενη βδομάδα ξαναπέρασε. Αυτή τη φορά είχε τα μαλλιά της πιο λυτά, τα μάτια της αναμμένα – σαν να ήξερε ότι θα τη δω. Ακούμπησε τον αγκώνα της στον πάγκο, βαριεστημένη δήθεν, αλλά το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Πήρα λίγο θάρρος παραπάνω και κάναμε κουβέντα για ένα φωτιστικό που ήθελε. Αυτό κράτησε, και ξαφνικά, άρχισε να περνάει κάθε μεσημέρι. Πότε για καφέ, πότε για να φέρει δυο φέτες καρπούζι τυλιγμένες σε αλουμινόχαρτο, πότε απλά για να πει ένα “τι κάνεις;”. Η ζωή μου είχε αρχίσει να γυρνάει γύρω απ’ αυτά τα μεσημεριανά της περάσματα.
Μια μέρα μπήκε με κάτι βιβλία στα χέρια και τα άφησε στον πάγκο.
“Όταν σχολάσεις, θες να πάμε κάπου πιο δροσερά;” μου ψιθυρίζει, κι αυτά τα λόγια καρφωθήκαν μέσα μου, λες και όλα τα υπόλοιπα έγιναν θολά, και μόνο το στόμα της φάνηκε καθαρά.
Εκείνο το απόγευμα, έκλεισα δυο ώρες νωρίτερα. Βρήκαμε μια ήσυχη καφετέρια, με κήπο πίσω, λουλούδια, κάτι ελαφριά φώτα που άναβαν όσο έπεφτε ο ήλιος. Μίλαγε χωρίς να πολυκοιτάει στα μάτια – κοιτούσε κάτω, ήπια, και μετά έριχνε γρήγορα το βλέμμα της πάνω μου, σαν να ήθελε να με μετρήσει. Της είπα για τον στρατό που έφυγα νωρίς, για τα παιδικά μου στα Πετράλωνα, για μια αγάπη που δεν βγήκε. Με άκουγε χωρίς να διακόπτει, μόνο έβαζε κάθε τόσο το χέρι στην παλάμη μου, απαλά.
Η βραδιά κύλησε αθόρυβα, αλλά με μια ένταση από κάτω. Δεν υπήρχαν μεγάλες χειρονομίες, ούτε φωνές, ήταν όλα ένα ξύπνημα, σαν να παρακολουθείς τα χρώματα να αλλάζουν στο φως σιγά σιγά. Επέστρεψαμε προς το κέντρο, αργά, με τα βήματα να βαραίνουν.
Φτάσαμε στην πόρτα του σπιτιού της. Κατέβηκα απ’ το αμάξι λες και πήγαινα κατευθείαν στην καρδιά της νύχτας – με κάποιον φόβο και συνάμα προσμονή, αυτά τα γλυκόπικρα που έπιαναν στον λαιμό. Κρατήσαμε σιγή, κι εκεί, στην είσοδο, στάθηκε μπροστά μου. Δεν πήγε κατευθείαν για φιλί. Εγώ σχεδόν κρατούσα την ανάσα μου. Έφερε το πρόσωπό της λίγο πιο κοντά, έπιασε το χέρι μου και το έβαλε στην μέση της, κάτω από τη λεπτή ζώνη. Ένα χαμόγελο, μισό πειραχτικό, μισό ανήσυχο. Ξεκίνησε να με κοιτάζει σταθερά, βαριά, σαν να διάβαζε το πρόσωπό μου.
“Δεν έχω όρεξη να είμαι μόνη μου σήμερα,” μου ψιθυρίζει.
Εκεί κάπως σαν να λύθηκαν τα χέρια και οι σιωπές. Μπήκαμε μέσα, χωρίς να κάνουμε φασαρία, να μην ταράξουμε τη μαγεία. Το σπίτι μύριζε βασιλικό και κάτι απροσδιόριστο – από τα ρούχα της, ίσως, ή από μια κούπα τσάι ξεχασμένη. Καθίσαμε στον καναπέ, όχι αγκαλιά, κάπως ανορθόδοξα, αλλά με τα χέρια μας δεμένα. Της χάιδεψα τα δάχτυλα και εκείνη, ταρακουνώντας ελαφρά το πόδι της, μου είπε: “Σου αρέσει έτσι;” – και μέσα σ’ αυτή τη φράση έκρυβε όλη την τρυφερότητα του κόσμου.
Το πρώτο φιλί άργησε να έρθει, ίσως από φόβο να μην χαλάσει η στιγμή. Μόλις ήρθε, ακούστηκε στον αέρα σαν να έσκασε κάτι κρυφό και παλιό. Σιγά σιγά, μες στις σκιές και τη ζέστη, χτίστηκε κάτι που ήταν περισσότερο από πάθος, ήταν αποκαλυπτικό. Ήταν εκείνη η προσμονή, που την νιώθεις να σε πνίγει αλλά και να σε κρατά. Με άγγιξε πρώτα στο μάγουλο, γλίστρησε τα δάχτυλα στα μαλλιά μου, κοντοστάθηκε – και τότε αφέθηκα.
Δεν θέλω να πω για τα υπόλοιπα με λεπτομέρειες. Εκείνο το βράδυ έγινε σαν να διαλυόταν για λίγο ο χρόνος. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο μπήκε δροσιά, κάποιοι ήχοι απ’ τα απέναντι, το φως της λάμπας στο κομοδίνο έριχνε σκιές στους τοίχους. Ό,τι κι αν έγινε ανάμεσά μας, νομίζω πιο πολύ το θυμάμαι με τα χέρια, με κάτι ψίθυρους, “μείνε λίγο ακόμα”, “δώσε μου χρόνο”, “μη φοβάσαι”. Δεν έγινε τίποτα βιαστικό, όλα γινήκαν με εκείνη την αργή βουή που έχουν οι ιστορίες όταν ξέρεις πως σημαδεύουν.
Το πρωί είχαμε μπει σε άλλο κόσμο. Αυτή έφτιαξε καφέ με τα μαλλιά κάγκελο, εγώ με ένα χαμόγελο βλαμμένο, σαν πιτσιρικάς. Δεν έγινε τίποτα ρομαντικό, τίποτα εξεζητημένο – όλο εκείνο το βράδυ ένιωσα πως άξιζαν οι ήσυχοι άνθρωποι, πως και οι μεγάλες στιγμές παίρνουν τη μορφή ενός χαμόγελου στον καθρέφτη, τότε που φεύγεις χθες και βρίσκεσαι ξανά σήμερα.
Δεν έμεινε πολύ καιρό η ιστορία μας – ο καθένας πήρε τελικά τον δρόμο του. Δεν έχει σημασία όμως, γιατί ό,τι ζήσαμε εκείνο το πρώτο βράδυ ήταν σαν μικρό θαύμα. Ακόμα και τώρα, όταν περνάω έξω απ’ το μαγαζί ή πιάνω το άρωμα της ίριδας κάπου στο δρόμο, με πιάνει εκείνο το σφίξιμο στο στήθος. Σαν να λέω, “ναι, τα έζησα”.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.