Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που άλλαξε τα πάντα με την Ελένη

Ξεκίνησε όλο τόσο απλά που ούτε κι εγώ δε φαντάστηκα πού θα πάει. Ήταν ένα βράδυ καλοκαιρινό, στην πλατεία, με εκείνη τη μόνιμη ζέστη που σου κολλάει το πουκάμισο στην πλάτη και τα τζιτζίκια να μη σταματάνε ποτέ. Καθόμασταν με την παρέα, ήταν κι εκείνη εκεί — η Ελένη, φίλη της ξαδέρφης μου, από ένα χωριό πιο πάνω. Μικρή την ήξερα, ποτέ δεν της είχα δώσει σημασία, όμως εκείνο το καλοκαίρι τη βλέπα διαφορετικά.

Δεν ξέρω αν τράβαγε το μάτι μου ή αν έγινε κάτι στον αέρα εκείνο το βράδυ, αλλά όταν ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μ’ ένα χαμόγελο λίγο πονηρό και τα μαλλιά δεμένα ατσούμπαλα, σαν να άρχισε να δένει κάτι που ήταν ξεχασμένο από καιρό. Οι κουβέντες πήγαιναν κι έρχονταν, κάναμε πλάκα με την παρέα, και από κάπου, ανάμεσα στα γέλια, άρχισα να νιώθω πως με ψάχνει μ’ ένα βλέμμα. Αυτό το βλέμμα που σου σκάει στο στήθος σαν χαστούκι — ούτε που τολμάς να το παραδεχτείς στην αρχή. Την κοίταξα μία-δυο φορές κι αυτή δεν γύρισε το κεφάλι. Χαμογελούσε μόνο, ήπια, σαν να ήξερε ακριβώς τι κάνει.

Μετά είπε να σηκωθεί να περπατήσουμε λίγο, να κάνουμε τάχα πως πάμε να πάρουμε παγωτό. Ήξερα ότι ήθελε να μείνει μόνη της μαζί μου, έπαιζε στα μάτια της σαν μυστικό που το ξέρεις μόνο εσύ. Περπατήσαμε στο στενό ανάμεσα στα σπίτια, εκεί που χάνεται ο φωτισμός και μένει μόνο το φεγγάρι να φωτίζει τα βήματα. Δε μίλησε πολύ — μου είπε ότι βαριέται τα πολλά λόγια, ότι της αρέσει να ακούει τη νύχτα όταν φυσάει δροσερό αεράκι και σπάνε τα ζεστά καρπούζια στα χωράφια.

Εγώ νιώθω αλλιώς έτσι όπως είμαστε κοντά. Απότομα σταμάτησε και γύρισε και με κοίταξε, σταθερά, όχι σαν να ‘θελε να με φέρει σε δύσκολη θέση. Περίμενε να δω αν το ‘χω πάρει χαμπάρι. Άκουγα μόνο τις ανάσες μας, σφιγμένες, και το αίμα μου μέσα στ’ αφτιά. Σήκωσε το χέρι της, άγγιξε το μπράτσο μου. Τίποτα το τρομερό, πανάθεμά με, όμως πήρα μια ανατριχίλα που δε θυμάμαι να είχα ξαναπάρει ποτέ.

Μου ήρθε να της πω χιλιάδες βλακείες, για μετακομίσεις, για αγάπες, για τον στρατό, μα κρατήθηκα. Τα λόγια ήτανε λειψά σ’ αυτή τη σιγή, πιο βροντερή απ’ τις φωνές. Έσκυψε λίγο προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε, σαν να μου αποκάλυπτε το πιο φανερό μυστικό: «Σ’ αρέσει αυτό που γίνεται τώρα;». Έγνεψα, ίσα να μη χαθεί εκείνη η στιγμή. Έφερα το χέρι μου στον ώμο της κι ένιωσα τον παλμό της, τόσο κοντά που μπερδεύτηκε ο δικός μου μαζί της.

Η βραδιά τράβηξε έτσι, ούτε που κατάλαβα πως κύλησε η ώρα. Περπατήσαμε, μπερδευτήκαμε σε δρόμους σκοτεινούς, γεμίσαμε τσέπες άμμο γιατί καθίσαμε τελικά κάτω σε κάτι ξεραμένα χόρτα στις παρυφές του χωριού. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω μας — μόνο οι αναπνοές μας κι ό,τι θέλαμε να γίνει. Ήρθε πιο κοντά, μου χάιδεψε το σβέρκο, κι εγώ άφησα τα χέρια μου να χαθούν στα μαλλιά της. Μαζί κι ο φόβος, μαζί και η έξαψη, όλα ίδια στιγμή.

Φιληθήκαμε, λες και το κάναμε δέκα ζωές. Στο πρώτο άγγιγμα τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Ένιωσα να με φοράει ολόκληρο σαν καινούργιο ρούχο. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν τα πρόσωπά μας τόσο κοντά, ή ποιος τράβηξε τον άλλον, ή αν είχε καν σημασία. Μείναμε έτσι, με τα στόματα μισάνοιχτα, ανασαίνοντας ο ένας τον αέρα του άλλου. Δεν βιαζόμασταν, λες και όλη η νύχτα ήταν δικιά μας.

Αντάλλαξα μαζί της από ‘κείνα τα φιλιά τα ήσυχα, που κρατάς περισσότερο για να θυμάσαι πως υπάρχεις. Μετά, ακουμπήσαμε πλάτη-πλάτη στο χώμα, κοιτώντας τον ουρανό που δεν έλεγε να φέξει. Στα κρυφά της λαγόνια χάιδεψα το δέρμα της, μα πιο πολύ χάιδευα τον κόσμο όλο εκείνη τη στιγμή. Μου ψιθύριζε λέξεις που μόνο εγώ καταλάβαινα, κάτι “μην το πεις σε κανέναν αυτό”, κάτι “μ’ έψησε ο τρόπος που μ’ έβλεπες”. Κι εγώ έβαζα στην τσέπη μου κάθε της αναστεναγμό, γιατί ήξερα ότι τέτοια νύχτα δε θα ξαναβρώ εύκολα.

Γυρίσαμε στην πλατεία αργά — οι άλλοι είχαν φύγει, μόνο κάτι γέροι πίναν κρασί με φέτα καρπούζι. Μου κράτησε το χέρι μέχρι που φτάσαμε στη γωνία, πριν τραβήξει ήσυχα μακριά. Μείναμε να κοιταζόμαστε από απόσταση, σαν να μην είχαμε μόλις μοιραστεί το πιο μεγάλο μας μυστικό. Δεν ξαναμιλήσαμε για εκείνο το βράδυ — το κρατήσαμε δικό μας, σαν χούφτα χώμα βρεγμένο.

Από εκείνο το βράδυ άλλαξαν πολλά. Μα ακόμα κι αν κανείς δεν πήρε χαμπάρι, ξέρω πως κάπου, μια τέτοια νύχτα, κάπου σε μια σκοτεινή πλαγιά, κάποιος μπορεί να νιώθει τα ίδια που νιώσαμε εμείς τότε. Κι ότι καμιά φορά το καλοκαίρι φέρνει κάτι που δεν τόλμησες να ονειρευτείς.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.