Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που γνώρισα τη Μαρία

Δεν ήμουν ποτέ από τους ανθρώπους που μιλάνε πολύ για τα δικά τους, ξέρεις… Δεν μου βγαίνει εύκολα. Αλλά κάτι βραδιές σαν κι αυτή, άμα ‘ρθει στο μυαλό μια ιστορία έντονη, σαν να ζητάει να βγει προς τα έξω. Να το νιώσεις αλλιώς, να την ξαναζήσεις στα λόγια. Έτσι λοιπόν, θα στη πω όπως την έζησα – χωρίς ψέματα, χωρίς στολίδια. Γιατί αυτά είναι που μας φτιάχνουνε τελικά.

Ήταν καλοκαίρι, Ιούλιος μήνας, από τις θερμές εκείνες μέρες που νιώθεις την πόλη κολλημένη πάνω στο δέρμα σου. Ζεστή άσφαλτος, κουρασμένοι άνθρωποι, ο ήλιος να δύει αργά. Εγώ ήμουν τότε σε μια φάση που δεν ήθελα πολλά-πολλά, με έτρωγε μια ανησυχία, ένα κενό κάπου πιο βαθιά. Βγαίναμε συχνά στο ίδιο καφενείο, σε μια γειτονιά λίγο έξω από το κέντρο της Αθήνας – κάτι παιδιά, λίγη χαλαρωτική μουσική, μπύρες, κουβέντα. Ήταν ο μόνος τρόπος να τραβηχτώ λίγο μακριά απ’ όλα.

Εκείνη λοιπόν, δεν την είχα προσέξει στην αρχή. Ήρθε από έναν ξάδερφο φίλου, και κάθισε ήσυχα στην άκρη του τραπεζιού, με το πρόσωπο μισοφωτισμένο, τα μάτια της να πέφτουν πότε στο κινητό, πότε στην παρέα. Ήταν διαφορετική απ’ τις άλλες – το ‘βλεπες από μακριά. Είχε μια ήρεμη αυτοπεποίθηση, σα να τα ‘ξερε όλα και δεν είχε ανάγκη να το αποδείξει σε κανέναν. Μίλησε μόνο όταν τη ρώτησαν πώς τη λένε. «Μαρία», είπε, με μια φωνή χαμηλή και πράα, χαμογελαστή – αλλά στα μάτια, εκεί μέσα έκαιγε κάτι πιο δυνατό.

Δεν τράβηξα τότε την προσοχή μου πάνω της. Μια δυο ματιές κλεφτές, λίγο να ρίξεις το βλέμμα στο δικό της, λίγο να δεις πώς κινεί τα χέρια της γύρω απ’ το ποτήρι. Όμως ήταν αρκετό. Αργότερα, στο τέλος της βραδιάς, καθώς φεύγαμε, βρέθηκε σχεδόν δίπλα μου χωρίς να το καταλάβω. Κοιταχτήκαμε στα αλήθεια αυτή τη φορά – όχι απομακρυσμένα, από ανάγκη. Ένα χαμόγελο χωρίς λόγο κι ένα «καληνύχτα» ψιθυριστό. Αυτό ήταν όλο, αλλά ήξερα ότι είχε γραφτεί κάτι εκείνη τη στιγμή.

Την επόμενη φορά που τη συνάντησα ήταν πάλι στο ίδιο μέρος, λίγες μέρες μετά. Η ίδια σιγουριά, το ίδιο χαμόγελο. Κι αυτή τη φορά μου μίλησε πρώτη. Είπε κάτι χαζό, δήθεν παράπονο, για τον ανεμιστήρα που δεν λειτουργούσε – μα ο τρόπος που το είπε ήθελε να μην τελειώσει η στιγμή. Μιλούσαμε όλο το βράδυ, για χαζά, για σοβαρά, για μουσικές, για καλοκαιρινά βράδια σε νησιά, για γονείς, για αγαπημένα φαγητά. Δεν ξέρω αν τα λέγαμε στ’ αλήθεια ή απλώς γεμίζαμε το κενό μεταξύ δύο στιγμών που απλώς κοιταζόμασταν. Στην πραγματικότητα, αυτές οι σιωπές μου έμειναν: κάθε φορά που σταματούσε η κουβέντα, ήταν λες κι έπαιρνε ο ένας τον αέρα του άλλου.

Ένα βράδυ Ιουλίου, με φεγγάρι ολόγιομο και την υγρασία να βαραίνει τα πάντα, βρεθήκαμε οι δυο μας μόνοι έξω απ’ το καφενείο. Κάπνιζε και φύσαγε τον καπνό μακριά από τα μαλλιά της, κι εγώ πάλευα να φανώ ήρεμος – να μην αφήσω να φανεί το άγχος, η ένταση που έφτιαχνε το μέσα μου λάστιχο. Τη ρώτησα τι σκέφτεται. «Σκέφτομαι πώς θα ‘ταν να φύγουμε απ’ εδώ», είπε και με κοίταξε, αυτή τη φορά χωρίς χαμόγελο. Μείναμε να κοιταζόμαστε λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρεπόταν. Δεν είπαμε τίποτα άλλο. Της άπλωσα το χέρι και το ‘πιασε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την αίσθηση – το πόσο βάρυνε το βράδυ απότομα γύρω μας.

Βρήκαμε ένα μικρό παγκάκι δυο στενά παρακάτω. Καθίσαμε κοντά, τόσο που άκουγα την αναπνοή της, ένιωθα τα γόνατά μας να ακουμπάνε. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκείνη την ώρα, ούτε θόρυβος, ούτε αυτοκίνητα, ούτε προβλήματα. Τα είχαμε αφήσει όλα πίσω μας κάπου για λίγο. Θυμάμαι πως έγυρε απαλά πάνω μου, χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, κι εκείνος ο πρώτος διστακτικός εναγκαλισμός – ένα αγκάλιασμα που μέσα του είχε χίλιες υποσχέσεις και τον φόβο μήπως κάτι χαλάσει αν το αφήσεις πιο ελεύθερο.

Όταν με φίλησε για πρώτη φορά, δεν υπήρχε βιασύνη – μόνο κάτι ανεπαίσθητο και ζητούμενο, ένα αίσθημα που ανέβαινε αργά, σαν κύμα που σκάει πάνω στη ζέστη της πέτρας. Δεν μ’ ενδιέφερε τίποτα άλλο. Τα χέρια μας μπλέχτηκαν διστακτικά, τα μάτια μας ήταν μισόκλειστα. Εκείνη μου ψιθύρισε πως της αρέσει που είμαστε έτσι μόνοι, έξω απ’ όλα, σαν να παιδιαρίζουμε ακόμα κι ας έχουμε περάσει τα τριάντα. Οι παλμοί μου είχαν ανέβει, η ανάσα μου είχε αλλάξει ρυθμό. Δεν ήθελα να προσέχω μην κάνουμε κάτι λάθος – ήθελα μόνο να μείνουμε εκεί, κουλουριασμένοι μαζί, να μη με νοιάζει αν θα μας βρει το πρωί.

Φεύγοντας, με πήρε απ’ το χέρι και περπατήσαμε αργά πίσω στα στενά, χωρίς να πούμε πολλά. Τα φώτα της πόλης ακουμπούσανε πάνω μας σαν κουβέρτα. Εκείνη γύρισε μια τελευταία φορά και μου ‘πε: «Να το θυμάσαι, έτσι ξεκινάνε τα όμορφα… με μια απλή βραδιά και λίγο θάρρος». Αυτό ήταν. Δεν μιλούσαμε συνέχεια, δεν χρειάζονταν μεγάλα λόγια. Από τότε, όλα τα καλοκαίρια τα μετρούσα αλλιώς.

Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν ήσυχα – βγαίναμε, γελούσαμε, αγγιζόμασταν τυχαία. Άλλες φορές, μείωνε τις αποστάσεις σιγά σιγά, χάιδευε το μπράτσο μου και μετά το άφηνε. Μετρούσε το κάθε μικρό μας πλησίασμα, κι εγώ κόντευα να σκάσω καμιά φορά να μην την αγκαλιάσω στη μέση του δρόμου. Τις νύχτες που συναντιόμασταν σε κάτι παλιά σπίτια φίλων, έψαχνα πάντα το βλέμμα της μέσα στο σκοτάδι. Πάντα μου έδινε εκείνο το μισό, πονηρό χαμόγελο και ήξερα ότι η βραδιά είχε χρώμα.

Δεν ξέρω πού πήγε εκείνο το καλοκαίρι τελικά. Όπως ήρθε, έτσι χάθηκε κάπου ανάμεσα στη σκόνη του Αυγούστου και στα πρώτα φθινοπωρινά βράδια. Η Μαρία έφυγε στα ξαφνικά για δουλειά σε άλλη πόλη. Βρεθήκαμε για έναν καφέ λίγο πριν φύγει, ήσυχα, χωρίς πολλά, σαν να μην ήθελε να ταραχτεί εκείνη η λεπτή ισορροπία. Μείναμε ώρα αμίλητοι κοιτώντας τα φλιτζάνια μας, μέχρι που μου ‘πιασε το χέρι για λίγο. «Χάρηκα», μου είπε. Δεν χρειαζότανε τίποτα παραπάνω.

Κάποιες φορές, σκέφτομαι πως αυτά που μένουν τελικά είναι οι σιωπές πριν, τα δειλά αγγίγματα, τα λόγια που δεν πρόλαβες να πεις. Κι άλλα καλοκαίρια έρχονται και φεύγουν, πάντα όμως εκείνο το βράδυ του Ιούλη το θυμάμαι σαν κάτι που ακόμα καίει σιγανά.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σταύρος.