Δεν ξέρω αν ήταν το φως του απογεύματος ή εκείνη η ζέστη, η κολλώδης του Ιούλη που κάνει τα πάντα πιο έντονα, πιο ηλεκτρισμένα. Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, σαν πήγα στο καφενείο της γειτονιάς, ούτε που σκόπευα να μείνω πολύ. Ήθελα απλά έναν καφέ και λίγη ησυχία πριν γύρισω στο σπίτι, να πάρω μια ανάσα απ’ τη δουλειά.
Όμως εκεί ήταν η Ελένη. Δεν μπορώ να πω πως τη γνώριζα καλά – μια δυο φορές την είχα δει, συνήθως να γελάει με τις φίλες της, μια γυναίκα σεμνή αλλά εκείνο το κάτι στον τρόπο που κοιτούσε, που χαμογελούσε… σ’ έβαζε να θες να της μιλήσεις. Εκείνη την ώρα καθόταν μόνη της, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι και το φως να της πέφτει πλάγια στο πρόσωπο, σαν να το ‘παιρνε σύμμαχό της.
Ξέρετε πώς είναι, πας να περάσεις δίπλα της και τα βήματα σου βαραίνουν λίγο παραπάνω. Δε θέλεις να χαζέψεις, μα το μάτι σου γλιστράει, όσο και να μην το θες. «Γεια σου Ελένη», λέω, προσπαθώντας να κάνω τη φωνή μου να μη σπάει—δεν την περίμενα τόσο γλυκιά την απάντηση: «Γεια σου, έλα, κάτσε αν θες». Από εκεί και πέρα, τα πράγματα πήγαν απλά. Μιλήσαμε για λίγο, κάτι αδιάφορα στην αρχή, τα γνωστά. Και μετά, ξεκίνησε να με ρωτά για πράγματα άλλα, πιο βαθιά, και κάθε φορά που απαντούσα, χαμογελούσε – όχι σαν να την ενδιέφερε απλώς η απάντηση, αλλά σαν να της άρεσε ο τρόπος που μιλούσα.
Στην αρχή, δίσταζα. Εγώ, ξένος ακόµα για κείνη ουσιαστικά. Αλλά σιγά σιγά, όσο το βλέμμα της έπεφτε πάνω μου, κι όσο το χέρι της γλίστρησε καθώς άλλαζε σελίδα του βιβλίου, τόσο ένιωθα ένα ρεύμα να περνά ανάμεσά μας. Δεν ήταν μόνο τα λόγια, ήταν πιο πολύ οι παύσεις, τα χάδια στη ματιά, μια μικρή αμηχανία που γινόταν χρώμα στα μάγουλά της, μια αναμονή σε κάθε ανάσα.
Μου πρότεινε να πάμε μια βόλτα, να χαλαρώσουμε στο πάρκο απέναντι, «να μην πιούμε 3ο καφέ σαν τα γιαγιάκια». Δεν αρνήθηκα – ποιος αρνείται σε τέτοια πρόσκληση, ειδικά όταν νιώθεις ότι κάτι μαγικό πλανάται πάνω από τις κουβέντες.
Βγήκαμε έξω, ο ήλιος είχε κατεβεί λίγο, τα δέντρα έριχναν τις σκιές τους μακρόστενα. Προχωρήσαμε αργά – πλάι πλάι. Τα λόγια λιγότερα, οι σιωπές πιο βαριές, ασήκωτες αλλά καθόλου άβολες. Σ’ ένα σημείο, ξέφυγε ένα γέλιο δυνατό από τη μεριά της, κι εκεί κάπως άγγιξε το μπράτσο μου όπως γελούσε – ελαφρά μόνο, μα έμεινε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ το τυπικά ευγενικό. Εγώ πάγωσα, μα δεν τραβήχτηκα.
Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, μπροστά στη λίμνη. Ήταν απ’ τα χιλιοφορεμένα εκείνα, όμως εκείνη την ώρα, το δικό μας, σαν να έλαμπε. Κάτι μουρμούριζε για το βιβλίο που διάβαζε, αλλά είχε χαθεί το νόημα. Το ένα χέρι ακουμπούσε ανάμεσά μας, το άλλο έσφιγγε το βιβλίο της. Κι εγώ, είχα αφήσει επίτηδες το δικό μου να πλησιάζει – σχεδόν να την ακουμπά, χωρίς να τολμήσει.
Τότε με κοίταξε. Εκείνο το βλέμμα… δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Ήταν κάτι που ούτε μίλαγε, ούτε ρωτούσε – ήταν σαν να περίμενε από μένα να κάνω το επόμενο βήμα, να πάω λίγο πιο πέρα απ’ το συνηθισμένο. Την κοιτούσα κι εγώ, και θυμάμαι πως εκεί ακριβώς, ακούστηκε ένας αέρας να χτυπά ελαφρά τα φύλλα. Μετά από μερικές ανάσες, ένιωσα το χέρι της να έρχεται πάνω στο δικό μου, σιγά, διστακτικά στην αρχή, μα επίμονα.
Αυτό ήταν. Την είδα να χαμογελά σκανταλιάρικα, όχι δυνατά, μόνο με τα μάτια και λίγο με τα χείλη—φωνή δεν βγήκε. Δεν ξέρω τι με έπιασε, αλλά χώθηκα κι εγώ στη στιγμή, χωρίς να το σκεφτώ, γύρισα το χέρι μου και έπιασα τα δάχτυλά της γερά. Σφίξαμε τα χέρια μας κάπως βαριά, σαν να αγκυροβολούσαμε εκεί, στο ίδιο παγκάκι, στην ίδια ανάσα.
Από ‘κει και πέρα, όλα έμοιαζαν να κυλούν αργά, σε αργή κίνηση. Ξεκινήσαμε να χαϊδεύουμε τα χέρια μας, ύστερα εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ένιωθα την καρδιά μου να βαράει σαν σφυρί, κι όμως, ήμουν ήρεμος. Το κεφάλι της μύριζε λεμόνι και ήλιο. Εκείνη έπαιζε με τα δάχτυλά μου, και εγώ κοίταζα τα νερά της λίμνης, μα πιο πολύ ήθελα να κοιτάξω εκείνη.
Μετά από αρκετή ώρα, δεν ξέρω πόση, γύρισε και με φίλησε. Όχι βιαστικά—ένα φιλί ζεστό, χλιαρό όπως ο αέρας εκείνου του σούρουπου. Ό,τι δεν είχε ειπωθεί σε λόγια, το είπαμε τότε, μόνο με ένα άγγιγμα. Με κλειστά μάτια ένιωσα εκείνο το πρώτο φιλί, και τότε μου φάνηκαν όλα αλλιώς: η μέρα, το παγκάκι, ο εαυτός μου.
Φύγαμε λίγο μετά από το πάρκο, περπατήσαμε ως το σπίτι της—ούτε ξέρω πώς φτάσαμε, ήταν σαν να μην υπήρχαν δρόμοι, μόνο εμείς οι δυο. Σταθήκαμε απ’ έξω, δεν είπαμε πολλά, μόνο αγγίξαμε ξανά τα χέρια, και χαμογελάσαμε, εκείνος ο χαζός, χαρούμενος τρόπος που μόνο τότε σου βγαίνει.
Γύρισα σπίτι γεμάτος. Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε ξανά. Και ξανά. Δεν ξέρω πού πήγε η ιστορία μας, ούτε χρειάζεται να τα πω όλα. Εκείνη η αρχή, όμως, εκείνο το χέρι που βρήκε το δικό μου και το κράτησε γερά, ήταν κάτι που με άλλαξε. Άλλη δύναμη έχει να μοιράζεσαι μια τέτοια στιγμή, ξεχωριστή, χωρίς να χρειάζεται να φωνάξεις ή να εξηγήσεις τίποτα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.