Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι της ταράτσας με τη Μαρία

Δεν ξέρω αν τα λέω όμορφα, μάλλον πιο πολύ έτσι όπως μου βγαίνουν, γιατί τα λόγια δεν μου ‘ρχονται εύκολα ποτέ μπροστά σε γυναίκα – ούτε καν τώρα που σας τα εξομολογούμαι. Είμαι ο Πέτρος, σαράντα δύο χρονών, και τούτη την ιστορία που σας λέω δεν την έχω πει ξανά πουθενά. Μέσα μου την γυρνάω χρόνια, λίγο φοβισμένος μη και δεν την κατάλαβα ποτέ σωστά, μη και την φούσκωσα στο μυαλό μου, ξέρετε πώς είναι αυτά. Μα ήταν μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, που πέρασα το πιο ανακατώμενο καλοκαίρι της ζωής μου – κι ήταν λόγω μιας γυναίκας.

Τη Μαρία την ήξερα χρόνια, απ’ τη γειτονιά. Ήμασταν πάντα λίγο άγνωστοι, έτσι, “γεια” στον δρόμο, καμιά φορά να βρεθούμε στην γιαγιά της για καντάδα μ’ έναν ξάδερφό μου, χαζές αφορμές μόνο. Εκείνο το καλοκαίρι όμως, τα πράγματα αλλάξανε. Όχι ξέρω κι εγώ πώς, ίσως επειδή ξαφνικά χώρισα με τη γυναίκα μου και άρχισα να συχνάζω πάλι στη γειτονιά, για να μην κάθομαι σπίτι να σκάω. Η Μαρία ήταν εκεί – είχε χώσει το μαλλί μια κοτσίδα, ακόμα γελούσε εύκολα, αλλά κάτι είχε αλλάξει και σ’ αυτή. Δεν ήτανε πια το κορίτσι που θυμόμουν. Αντί για λαχούρι και τζιν, φορούσε φλοράλ φορέματα, και είχε κάτι στο βλέμμα σαν να σε διάβαζε.

Ένα βράδυ που γυρνούσα μετά τη δουλειά περασμένες δώδεκα, τη βλέπω να κάθεται μόνη της στο παγκάκι, εκεί δίπλα απ’ την παλιά πλατεία. Πιάνει μια κουβέντα στην αρχή ψιλοζόρικη, “τι κάνεις;”, “πώς τα πας;”, ξέρετε, αυτά τα τυπικά. Όμως ξάφνου, κολλάει το βλέμμα της πάνω μου, μένει στη σιωπή, και νιώθω μια φλόγα στον αέρα, μ’ έναν τρόπο που είχα χρόνια να νιώσω. Κι εγώ φεύγω, έτσι, σαν άγαρμπος, ούτε καν “καληνύχτα” – δεν άντεξα, έσκασα μέσα μου από την ένταση.

Την άλλη μέρα, πάλι εκεί. Είχε φέρει και μια μπύρα, δυο ποτήρια πλαστικά, λες και περίμενε κάποιον. Πάω, κάθομαι δίπλα της, νιώθω να καίει όλος ο αέρας ανάμεσά μας. Δεν λέμε τίποτα σπουδαίο – μια κουβέντα εδώ, μια αμηχανία εκεί, αλλά ήταν όλα μετρημένα, σαν να ακουγόντουσαν αλλιώς όσα ρωτούσαμε. Καθόμαστε σιωπηλοί, κι η σιωπή εκείνη έλεγε πιο πολλά απ’ ό,τι είχαμε πει ως τότε.

Τα βράδια γίναν συνήθεια. Μια απλή ρουτίνα. Δυο παγκάκια, κάτι πρόχειρο να πιούμε, κι εμείς οι δυο. Σιγά σιγά άρχισα να την ακούω, πραγματικά να την ακούω, δηλαδή να προσέχω αυτά που δεν έλεγε. Να ‘ταν η μυρωδιά της; Η φωνή της που είχε κάτι βραχνό και αληθινό; Πιο πολύ, μάλλον, ήταν εκείνος ο τρόπος που μου άγγιζε το χέρι διάφανα, κάπως μυστικά, όταν μιλούσε για κάτι δικό της. Και πώς όταν γελούσα κοιτούσε αλλού, αλλά τα μάτια της χαμογελούσαν πριν το στόμα.

Ένα βράδυ φταίει το φεγγάρι, άλλο βράδυ φταίει η μπύρα – λίγη σημασία έχει. Τη βλέπω να ανατριχιάζει γιατί φύσηξε λίγο αεράκι, και χωρίς να το σκεφτώ της δίνω το φουλάρι μου. Την ίδια στιγμή μου χαμογελάει λίγο πονηρά κι αφήνει το κεφάλι της να πέσει στον ώμο μου. Δεν ξέρω αν θυμάστε πώς είναι αυτό που αγγίζεσαι πρώτη φορά με κάποιον μετά από καιρό μοναξιάς, περιμένεις να γίνει κάτι, αλλά φοβάσαι να προχωρήσεις. Όλα κρατιούνται από μια λεπτή κλωστή· κι αυτή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, αλλά το χέρι της κουλουριάζεται στο δικό μου.

Κλασικά – ο κόσμος στη γειτονιά να περνάει, να σφυρίζει, να λέει μισόλογα, να γελάει με το δικό μας το “κάτι” που άρχιζε τώρα. Δεν με ένοιαζε και τόσο. Εγώ ήμουν παρών, πράγμα σπάνιο για μένα. Τα βράδια μας έμοιαζαν μικρά μυστικά, κι οι λέξεις, ακόμα και οι πιο απλές, έκρυβαν κάτι υποσχετικό.

Ώσπου ένα βράδυ, ήρθε εκείνη να με βρει σπίτι, να μου αφήσει ένα σημειωματάκι στην πόρτα, “έλα στην ταράτσα όταν τελειώσεις τη δουλειά”. Λέω “άντε να δούμε τι σκαρώνει πάλι…” Ανεβαίνω με κάτι καρδιοχτύπια που είχα από το γυμνάσιο, την βλέπω να κάθεται στο παλιό πεζούλι, τυλιγμένη με ένα σάλι, τα πόδια γυμνά, να γυαλίζουν στο φως της λάμπας.

Δεν είπαμε πολλά, ούτε χρειάστηκε. Σταθήκαμε πολύ κοντά, τόσο κοντά που μπορούσα να ακούσω την ανάσα της. Τα χείλη της ήταν γεμάτα από λόγια που δεν ειπωθήκαν, και μόνο μια κουβέντα πετάχτηκε – “φοβάμαι κι εγώ λίγο…” μου είπε κι εκείνη τη στιγμή έστειλε ένα αχνό χαμόγελο που έλιωσε κάθε μου άμυνα. Ένιωσα το χέρι της στον σβέρκο μου, να με τραβάει απαλά και τα χείλη της ήρθαν πάνω στα δικά μου σαν υπόσχεση που χρόνιζε. Εκεί, με κείνο το φιλί, ψιθυριστό και αλαφρύ, όλα τα προηγούμενα βράδια βρήκαν τελικά διέξοδο. Ήταν το πιο ανθρώπινο, το πιο αληθινό άγγιγμα που είχα ζήσει. Δεν μιλήσαμε, ακούγαμε μόνο τα μακρινά αμάξια και τα βήματά μας που γέμισαν πληγές κι ελπίδες.

Κι άντε πες μετά τι ακολουθεί. Κάτσαμε μέχρι το ξημέρωμα αγκαλιασμένοι, ούτε που μας ένοιαξε η δροσιά ή τι θα πουν οι άλλοι. Τα χέρια της να χαϊδεύουν τα μαλλιά μου, να χτυπάει η καρδιά της στην πλάτη μου, κι εγώ να φοβάμαι μην ξημερώσει και το ονειρεύτηκα όλο. Τη ζήτησα να μείνει, κι εκείνη δε μίλησε, μόνο γέλασε αυτό το λίγο, κι έγειρε κοντά μου ξανά.

Περάσανε μερικές βδομάδες έτσι. Όχι, δεν έγινε σχέση με τα συνηθισμένα ταμπελάκια, ούτε βέβαια κράτησε όσο θα ήθελα. Κάποια στιγμή, η ζωή μας τράβηξε αλλού – εκείνη έπιασε δουλειά μακριά, εγώ έμεινα στη γειτονιά. Αλλά εκείνο το καλοκαίρι, τα βράδια και τα φιλιά στη ταράτσα, ακόμα τα κρατάω σαν κάτι πολύτιμο, σαν υπόσχεση ότι αν αφεθείς, αν πεις ένα “ναι” σε μια γυναίκα έστω γι’ αυτή τη στιγμή, κάτι αλλάζει μέσα σου για πάντα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πέτρος.