Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα τη Μαίρη στο νησί

Δεν ξέρω αν σου έχει τύχει ποτέ να πεις «αυτό δεν θα μου συμβεί», κι όμως να σου συμβεί ακριβώς εκεί που το ‘χεις λιγότερο υπολογίσει. Εμένα μου έτυχε εκείνο το καλοκαίρι, στο νησί που πηγαίνω σχεδόν κάθε χρόνο, έτσι, για να χαλαρώσω, να δω τους φίλους μου και να ξεφύγω λίγο απ’ τη ζέση της Αθήνας.

Ήταν αρχές Ιουλίου, όταν όλα ακόμα μυρίζουν φρεσκάδα απ’ τη θάλασσα, και οι ταβέρνες στην παραλία δεν έχουν γεμίσει τουρίστες. Εγώ, που λες, πήγαινα κάθε απόγευμα να πιω τον καφέ μου σε ένα μικρό καφενεδάκι, δίπλα στο κύμα. Εκεί γνώρισα τη Μαίρη. Ήρθε με μια παρέα γελώντας δυνατά, φορούσε κόκκινο φουστάνι και μαύρα γυαλιά που άστραφταν κάτω απ’ τον ήλιο. Στην αρχή την πρόσεξα μόνο από μακριά. Έκανε εκείνη την κίνηση με το χέρι της, μάζεψε τα μαλλιά πίσω, κι εγώ ένιωσα κάτι που είχα καιρό να νιώσω, σαν να με τσίμπησε κάτι ξαφνικά.

Καθίσανε δυο τραπέζια παραδίπλα. Εγώ διάβαζα εφημερίδα, αλλά τα μάτια μου συχνά, χωρίς να το θέλω, έψαχναν το δικό της βλέμμα. Σε κάποια φάση, πιάστηκαν για λίγο, δεν το απέφυγε, ίσα-ίσα, χαμογέλασε διακριτικά. Ήταν εκείνο το πρώτο χαμόγελο που σου λέει πολλά χωρίς να λέει τίποτα.

Την είδα ξανά δύο μέρες μετά, στο ίδιο σημείο, μόνη αυτή τη φορά. Πριν το σκεφτώ, όρμησα αυθόρμητα στη λογική μου και πήγα, πήρα το θάρρος, της πρότεινα να καθίσουμε μαζί. Στην αρχή έδειξε λίγο μαζεμένη, αλλά δέχτηκε. Κάποιος αέρας φύσηξε εκείνη την ώρα και μου ήρθε η μυρωδιά της, ανάμεικτη με αντηλιακό και θαλασσινό αλάτι.

Μιλήσαμε πολλή ώρα, χαθήκαμε στις λέξεις και τα χαμόγελα. Δεν είπαμε τίποτα το τρομερό, συνηθισμένα πράγματα: τη δουλειά μας, τους φίλους μας, νύχτες που ξενυχτήσαμε, νησιά, έρωτες. Αλλά ένιωθα σαν να με πήγαινε βόλτα με τα χέρια της χωρίς να με ακουμπάει. Υπήρχαν κάτι μικρές σιωπές ανάμεσα, όχι άβολες – κάθε άλλο, ήταν εκείνες οι σιωπές που φουντώνουν την καρδιά.

Το ίδιο βράδυ, έτυχε και βρεθήκαμε σε ένα πανηγύρι στο χωριό. Ο κόσμος πολύς, μυρωδιά ψημένου κρέατος, η μουσική ως τ’ αυτιά κι ο αέρας έφερε άσπρα χαρτομάντιλα πεταμένα ανάμεσα στα τραπέζια. Ήταν πάλι εκεί με την παρέα της. Την πλησίασα, της είπα: “Θες να περπατήσουμε λίγο παραπέρα;” Χωρίς πολλά, μου έπιασε το χέρι. Το έσφιξε γερά, σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια.

Περπατήσαμε ως τα βράχια, μακριά απ’ τη φασαρία. Σταματήσαμε κι ακούγαμε το κύμα. Στάθηκε μπροστά μου, κοίταξε κάτω, μετά τα μάτια της στα δικά μου. Της χάιδεψα το μάγουλο, με το νύχι μου σχεδόν. Έγειρε προς το μέρος μου – μετά πήγαν όλα μόνα τους. Μείναμε εκεί, αγκαλιασμένοι, μέχρι που ένιωσα να λιώνει και το τελευταίο κομμάτι μοναξιάς μέσα μου. Τα φιλιά της πρώτα αλατισμένα απ’ τη θάλασσα, μετά όλο και πιο γλυκά, σαν μυστικό που δεν θέλεις να πεις σε κανέναν.

Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Τα χέρια μας είπαν όσα έπρεπε. Θυμάμαι την ανάσα της στο στήθος μου, εκείνο το μισοσκόταδο, που όλα μοιάζουν λίγο πιο αληθινά. Μια στιγμή ταράχτηκε και γύρισε το κεφάλι, «Δεν θα’ ναι λάθος;», μου ψιθύρισε. Δεν της απάντησα, μόνο την κοίταξα βαθιά – να της δείξω πως αυτό που νιώθαμε ήταν αληθινό εκείνη την ώρα. Κι εκείνη, λες και πήρε δύναμη, με φίλησε ξανά.

Γυρίσαμε μαζί στο χωριό, χέρι-χέρι, σιωπηλοί, ούτε που νοιαζόμασταν αν μας έβλεπε κανείς. Εκείνη την νύχτα ήρθε και κοιμήθηκε μαζί μου. Δεν θα σου πω τι έγινε λεπτομέρεια-λεπτομέρεια. Θα σου πω μόνο ότι δεν θυμάμαι ξανά να κοιμήθηκα με γυναίκα δίπλα μου και να ένιωσα τόσο σίγουρος, τόσο ήσυχος. Ξυπνήσαμε λίγο πριν χαράξει. Μπήκε μέσα η δροσιά απ’ το μπαλκόνι, άκουγα τα γλάροι που φώναζαν από νωρίς.

Το πρωί, ό,τι κόσμος κι αν είχαμε, φεύγει. Εκείνη το κατάλαβε, με φίλησε ήσυχα κι είπε: «Ας το αφήσουμε να είναι ό,τι βγει. Κι άμα δεν ξαναβρεθούμε, χάρηκα που υπήρξαμε έτσι». Δεν το έχω ξανασυναντήσει αυτό, να αγαπάς τόσο τη στιγμή χωρίς να θες να τη δέσεις.

Σ’ εκείνο το νησί πήγα και ξαναπήγα, αλλά τέτοιο καλοκαίρι δυο χέρια δεν το ‘φεραν ξανά.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.