Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που άνοιξα όλη μου την καρδιά

Ξέρεις, δεν το είχα ξανανιώσει τόσο έντονα, έτσι σαν κάτι που δε βρίσκει λόγια να το περιγράψει. Όχι, δε μιλάω για κανέναν κεραυνοβόλο έρωτα από αυτούς που λες, “άι παράτα με”, πιο γήινο ήταν, πιο αληθινό – αλλά, παρ’ όλα αυτά, μ’ έκαψε για τα καλά.

Ήταν το καλοκαίρι εκείνο, στο παλιό συνεργείο του θείου, που δούλευα τα απογεύματα για να μαζέψω κάνα φράγκο – ε, τέτοια εποχή, γύρω στα είκοσι έξι ήμουνα. Έσκαγε ο τσιμεντένιος δρόμος στη ζέστη, οι μύγες κολλούσαν πάνω μου, τα χέρια μου γεμάτα λάδια, και κάθε τόσο πέρναγε ο χαζός ο Θόδωρος να με πειράξει: “Άντε, βρες καμιά κοπέλα, θα σαπίσεις εδώ μέσα.” Εγώ μόνο γέλαγα, μα τις περισσότερες φορές ένιωθα τη μοναξιά να ξύνεται στον αέρα, ανάμεσα στα εργαλεία και τις τσαλακωμένες εφημερίδες.

Κάποια Πέμπτη μπήκε στο συνεργείο εκείνη. Η Ελένη. Μπήκε φοβισμένη, τάχα να της αλλάξω λάστιχο, αλλά φαινόταν απ’ τον τρόπο που κοίταγε ολόγυρα ότι κάτι άλλο γυρνούσε μέσα της. Ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες που ‘χουν στο βλέμμα μια αφέλεια κι από κάτω μια λάμψη – γυναίκα που της λες “καλημέρα” και μετά όλο το απόγευμα τη σκέφτεσαι να σου απαντάει “καλησπέρα” με χαμόγελο, τάχα και καλά το ‘πε λάθος.

Της άλλαξα το λάστιχο κι απ’ τη φασαρία των κλειδιών, άκουγα πίσω της να περπατάει ψηλοτάκουνα πάνω στα χαρτόκουτα. Δεν έφυγε αμέσως. Κάθισε δίπλα μου, άρχισε να σκαλίζει τα χαρτιά στο γραφείο – δήθεν για τον λογαριασμό. Με ρώτησε αν πίνω καφέ. Της λέω, “τι ώρα θες να φέρω;” Με κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι άρχιζε.

Από εκείνη τη μέρα, ερχόταν κάθε τρεις και λίγο. Πότε να της βάλω αέρα, πότε να κοιτάξω τα φώτα, πότε να μ’ αφήσει ένα γλυκό που, τάχα, είχε περισσέψει απ’ το σπίτι. Τον πρώτο καιρό, μόνο μιλούσαμε. Για τη γειτονιά, για παλιά τραγούδια, για τους αναμνηστικούς καθρέφτες του πατέρα της, που τους θυμόμουν κι εγώ απ’ το ραφείο του. Πάντα κάτι τρύπιο κάτω απ’ τα λόγια – μια αγωνία, μια λαχτάρα, ένα “τι θα γίνει;” και κανένας δεν έπαιρνε μπρος να το φέρει μπροστά. Μόνο τα μάτια μας, αυτά έλεγαν ό,τι δε λεγόταν αλλιώς.

Ένα απομεσήμερο – ο ήλιος έκαιγε τόσο που οι λαμαρίνες των αυτοκινήτων έκαιγαν τα χέρια – καθόμουνα μόνος, πλενόμουν απ’ τα λάδια, κι άκουσα τα ψηλοτάκουνά της. Είπα από μέσα μου, “να δούμε τι θα πεις πάλι σήμερα, κορίτσι μου”. Μπήκε, άφησε τα κλειδιά της πάνω στο γραφείο και ήρθε να σταθεί μπροστά μου, σιωπηλή. Έβλεπα τον λαιμό της να ανεβοκατεβαίνει, σα να κράταγε κάτι που δεν ήθελε να πει, και μου χαμογέλασε άτονα.

“Σ’ έχω ανάγκη” μου ψιθύρισε τελικά, κι ας μην ήταν “σ’ αγαπάω”, μου φάνηκε πως έκοψα δρόμο, πήγα παρακάτω, μπήκα κατευθείαν στο ρεύμα της. Το είπα κι εγώ. Όχι με λέξεις, με τα χέρια. Αγγίξα τα δάχτυλά της, με τρεμάμενα δάχτυλα κι εγώ – σαν παιδί, πάλι. Για λίγο μείναμε έτσι. Της χάιδευα τα χέρια, ενώ όλος ο έξω κόσμος γινόταν θόρυβος μακρινός.

Εκείνες οι στιγμές ήταν ό,τι πιο αληθινό είχα ζήσει. Ούτε βιασύνες, ούτε φτηνές εξηγήσεις. Έμεινε να κάθεται στο παλιό ξύλινο αυτοσχέδιο γραφείο, μπροστά μου, να μου διηγείται πώς ήταν να περνάει τα βράδια της μονάχη στο σπίτι, με το παλιό ραδιόφωνο, να φοβάται τις σκιές. Κι εγώ, να της μιλώ γι’ όλα όσα μου λείπουν, για μια αγκαλιά στο τέρμα της μέρας, να με πιάνει ύπνος στο πλάι κάποιου.

Δεν ήρθε βιαστικά το πρώτο φιλί. Πέρασαν δύο βδομάδες ακόμα που απλώς καθόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Βγαίναμε στον δρόμο μαζί, της άναβα τσιγάρο, περπατούσαμε δίπλα-δίπλα χωρίς να τολμάμε να κρατηθούμε στα χέρια. Αλλά από κάτω, αυτό που μας ένωνε ήταν πιο ζεστό, πιο δυνατό κι απ’ τον καύσωνα του Ιουλίου.

Το φιλί ήρθε ένα βράδυ, απ’ αυτά που αργείς να γυρίσεις σπίτι γιατί δεν θέλεις να φύγεις απ’ την αγκαλιά του άλλου. Την πήγα μέχρι τη γωνία, εκεί που το φως της λάμπας φωτίζει λοξά τα πρόσωπα. Την κοίταξα. Τα μάτια της έλαμπαν, βουρκωμένα σχεδόν. “Μη φύγεις ακόμα,” μου ψιθύρισε. Δεν έφυγα. Χωρίς να το σκεφτώ, μπήκα στο ρεύμα αυτής της στιγμής, αγγίζοντας τα μαλλιά της και μετά το πρόσωπό της. Φιληθήκαμε. Και ξέρεις, δεν ήταν σαν στα μυθιστορήματα ή στα τραγούδια – ήταν ζεστό, αργό, σχεδόν αδέξιο στην αρχή, αλλά αυτό το τρέμουλο που με πήρε σαν ηλεκτρικό ρεύμα, δεν το συγκρίνω με τίποτα.

Ανοίχτηκαν μονοπάτια που δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Δεν με ένοιαζε πλέον τίποτα πέρα από τη μυρωδιά της, το άγγιγμά της, το χτύπο της καρδιάς μου, που πήγαινε να σπάσει. Ακόμα και μετά, όταν μπαίναμε στο αυτοκίνητο, τα χέρια μας ακουμπούσαν δίπλα στο λεβιέ κι έτρεμε ολόκληρο το είναι μου. Χάδι στο σβέρκο, ανάσα πάνω στο αυτί, ψίθυροι που έλεγαν λίγα, αλλά έλεγαν πολλά.

Εκείνο το καλοκαίρι κράτησε μερικούς μήνες, αλλά μέσα του τους έζησα άλλους τόσους χρόνους. Ήρθε ο χειμώνας, άλλαξαν τα πράγματα – οι δουλειές, οι ανάγκες, οι σκέψεις μας. Δεν ξέρω αν είναι “τέλος” αυτό ή ένα διάλειμμα απ’ την προσμονή. Δεν χρειάστηκε να δώσουμε όρκους, να εξηγηθούμε, να χωρίσουμε – απλώς, έγινε μια σιωπή, που στέκεται ακόμη βαριά σαν τα βράδια που φυσάει νοτιάς απ’ το λιμάνι.

Αυτό που θέλω να πω – εκείνο που μου ‘μεινε – δεν είναι ούτε οι λέξεις που ειπώθηκαν ούτε τα χέρια που χωρίσαν. Είναι ότι, για μια φορά, άνοιξα όλη μου την καρδιά, κι ό,τι φοβόμουνα να ζητήσω, το πήρα σε μια στιγμή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.