Ερωτικές Ιστορίες – Το βράδυ που γνώρισα τη Χριστίνα στη Βέροια

Δεν ξέρω ακριβώς γιατί αποφάσισα να τα γράψω όλα αυτά τώρα, ίσως επειδή έχουν περάσει κάτι μήνες απ’ τη μέρα που έγιναν, κι ακόμα δεν ξέρω αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Ονομάζομαι Μάνος, από τη Βέροια είμαι, κι η ιστορία ξεκινάει ένα απλό απόγευμα, σε εκείνο το γνωστό καφέ πίσω απ’ την πλατεία, που πάνε όλοι, αλλά από κάποιο τσαχπίνικο παιχνίδι της τύχης, εκείνη τη μέρα, εγώ ένιωσα άλλος άνθρωπος.

Ήμουν εκεί με έναν φίλο, κουβέντα καθημερινή, τίποτα σπουδαίο. Κάποια στιγμή, μπαίνει μέσα εκείνη. Τη θυμάμαι όπως μπαίνει, διστακτική λίγο, το πρόσωπό της ήσυχο, αλλά με κάτι στα μάτια της, κάτι που φώναζε πως δεν είναι σαν τις άλλες, μόνο που εγώ εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να το βάλω σε λόγια. Δεν ήξερα το όνομά της, την είχα δει μόνο καμιά φορά στον φούρνο και στην αγορά, χαιρετούσε τη μάνα μου, που πάντα επιμένει να μαθαίνει τα πάντα για τους πάντες.

Κάθεται μόνη της σε μια γωνιά, με καφέ και τσιγάρο, κοιτάζει έξω, αλλά κάθε τόσο γυρνά και κλέβει κάνα βλέμμα προς το τραπέζι μας. Κι εκεί μέσα στην κουβέντα με τον φίλο μου, εγώ βγάζω το θράσος που δεν με είχε ποτέ μου – κι έτσι, βρίσκω αφορμή να πάω προς το μέρος της, δήθεν για αναπτήρα. Δεν είχα καν τσιγάρο πάνω μου.

Με βλέπει, χαμογελάει ντροπαλά, μου δίνει τον αναπτήρα της• τα χέρια μας αγγίζονται στο τίποτα σχεδόν, αλλά αισθάνομαι ένα κάψιμο ως τη ρίζα του αυχένα. Εγώ στη θέση μου τα ‘χασα, μαζεύω όση ψυχραιμία μπορώ και της πιάνω κουβέντα. «Καφεδάκι μόνη; Σπάνιο για εδώ», της λέω. Αλλά εκείνη γελά, ένα γέλιο βαθύ, σα να ξεκλειδώνεται λίγο-λίγο μπροστά μου.

Δεν πέρασε πολύ και βρέθηκα να κάθομαι απέναντί της, να μιλάμε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Την λένε Χριστίνα, είναι ένα-δυο χρόνια μικρότερη από μένα. Μιλάει σιγανά αλλά τα μάτια της, αυτά τα μάτια, σε τραβάνε να χαθείς εκεί μέσα – και κάθε τόσο, ασυναίσθητα, μας χωρίζει το μαγαζί, μα πιο πολύ μας ενώνει αυτό το ρεύμα που κυκλοφορεί ανάμεσά μας.

«Μετά θες να περπατήσουμε μέχρι τον Άγιο Αντώνη;», το ρίχνω έτσι στο άσχετο και δεν ξέρω αν είμαι επιθετικός ή αμήχανος ή τα δύο μαζί. Μου λέει «ναι», αμέσως, σα να περίμενε απλώς τη σωστή λέξη να ειπωθεί. Βγαίνουμε, δρόμος γεμάτος φώτα και μυρωδιές από βρεγμένο χώμα, σιωπή πιασμένη απ’ το λαιμό. Μαζί περπατάμε λίγο, όχι κοντά, μα από το τίποτα μυρίζω το άρωμά της, κάτι ελαφρύ και γήινο, μεθυστικό σαν την ανάσα λίγο πριν το φιλί.

Κάπου στο μισοσκόταδο, σαν να συνωμότησε η ώρα και το σύμπαν, σταματάμε. Εγώ, αντίθετος με το χαρακτήρα μου, της ακουμπάω το μπράτσο, ευγενικά, μα σίγουρα. Εκείνη γυρνάει, το βλέμμα της μισό φωτιά, μισό αγωνία. Της λέω «Σε βλέπω τον τελευταίο καιρό κι όλο λέω να σου μιλήσω να σου πω… κάτι», τραυλίζω λίγο, γελάμε. «Το είπες», μου απαντάει και πλησιάζει, τόσο κοντά που μυρίζει χαμομήλι και κάτι ντροπαλό.

Δεν λέμε τίποτα άλλο, δεν χρειάζεται. Το χέρι της μπαίνει στο δικό μου, διακριτικά, σαν να ζητάει άδεια. Αγκαλιαζόμαστε αδέξια, χάνω προς στιγμήν το μέτρημα του χρόνου καθώς με φιλάει. Στο πρώτο άγγιγμα το κορμί μου αναριγεί, το φιλί της βαθύ, όχι βιαστικό, γλυκό κι όλο υπονοούμενα, σα να περπατούσαμε στα όρια μιας αλήθειας που φοβόμασταν να παραδεχτούμε.

Το πιο παράξενο ήταν ότι ακουγόταν ο θόρυβος της πόλης, μα για εμάς τίποτα δεν ήταν πάνω απ’ τη σιωπή που είχε αγκαλιά μέσα της τα λόγια που δεν είπαμε ποτέ. Αγγίγματα στα μαλλιά της, το πρόσωπό της στα χέρια μου, χείλη πάνω σε ζεστό μάγουλο, τάχα μου κατά λάθος κρυφές αναπνοές στο αυτί – εκείνη κλείνει τα μάτια, κι εγώ ορκίζομαι πως δεν έχω ξανανιώσει έτσι.

Στεκόμαστε έτσι αρκετά, αφήνουμε τα δευτερόλεπτα να τεντωθούν, όλα αργά – ξέρεις εκείνη την αγωνία, που θες να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, και να μην πεις κουβέντα πιο πολύ μην το χαλάσεις. Τη ρωτάω σιγανά, σα να μη θέλω να ακούσει ούτε ο αέρας, «θες να πάμε κάπου αλλού;». Εκείνη σκουντάει λίγο το πόδι μου, γελάει ξανά, μ’ ένα χαμόγελο όλο υπόσχεση.

Αφήνουμε τα φώτα πίσω και πάμε ως το ψηλό στρατιωτικό, εκεί που πάντα λέγαμε πως συχνάζουν ερωτευμένοι – μόνο που τώρα εγώ ήμουν ένας απ’ αυτούς. Καθόμαστε σε κάτι πεζούλια κρύα, εκείνη ρίχνει το σακάκι της απάνω μου, κι έτσι όπως ακουμπάμε ώμο με ώμο, ξεκινάει πάλι το μετάξι των ματιών μας να πλέκει την νύχτα. Η κουβέντα κυλάει τόσο ομαλά, αλήθειες, μισά ψέματα και όνειρα, όλο υπονοούμενα, δάχτυλά της πάνω στο χέρι μου, άγγιγμα που διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται…

Δεν ξέρω πώς βρέθηκα να πίνω γουλιές απ’ τον καφέ της, να βάζω τα χέρια της μέσα στις δικές μου ζεσταίνοντάς τα – να της χαϊδεύω αργά το σβέρκο δειλά, εκείνη να αναριγεί και να με κοιτάζει μ’ αυτό το «επιτέλους» στα μάτια, σαν να με διάλεξε γιατί δεν φοβήθηκα να φανώ ευάλωτος.

Περάσαμε τη νύχτα να μιλάμε, να γελάμε, να φιλιόμαστε σιγά-σιγά όλο και πιο θαρραλέα, με μια ένταση που ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε λέξη. Εκείνο το ξημέρωμα δεν ήταν όπως όλα τα άλλα: ήταν μισό υπόσχεση και μισό ελευθερία, ένα άγγιγμα που έμεινε στο κορμί σαν μαρκάρισμα, απ’ αυτά που ξέρεις πως δεν ξεχνιούνται, ούτε όταν γυρίσεις σπίτι, ούτε όταν πας για δουλειά, ούτε όταν περνάνε οι μέρες και τα χρόνια.

Δεν ξέρω αν είμαστε ακόμα μαζί, ή αν εκείνη η νύχτα ήταν η αρχή, το μέσο ή το τέλος. Μπορεί και όλα μαζί. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα θυμάμαι εκείνη την αγκαλιά, κι αυτό το ‘επιτέλους’ που ξημέρωσε μαζί μας.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάνος.