Να σου πω κάτι, δεν το ‘χα σκεφτεί ποτέ ότι θα πω τη δική μου ιστορία έτσι. Δεν είμαι άνθρωπος που τα πολυλέει αυτά, ούτε που τα στολίζει. Εκείνο το βράδυ όμως, ήταν αλλιώς. Βλέπεις, κάποια πράγματα ξεκινάνε χωρίς να το καταλάβεις. Με ένα βλέμμα μόνο. Και μετά απλώνεται σαν σιγανή φωτιά, απ’ τα πόδια ως τα αυτιά σου.
Εκείνο το απόγευμα, ήταν καθημερινή. Φαγητό στην ταβέρνα με τα παιδιά, χαβαλέ, κουβέντα, τα γνωστά. Ένας ψιλόβροχος έξω, μπουζούκια στο ράδιο – τέτοια φθινοπωρινή γλύκα που σε κοιμίζει κιόλας λίγο. Η Μαρία, φίλη της αδερφής μου, έτυχε να έρθει εκείνη τη μέρα μαζί μας. Δεν την ήξερα τόσο, έτσι από λίγο, καμία “καλημέρα” στις γιορτές, αλλά ποτέ δεν είχαμε κάτσει στο ίδιο τραπέζι.
Καθόταν απέναντι ακριβώς. Είχε αυτά τα γελαστά μάτια, τα λιγάκι σκούρα, που φαίνονται σαν να κρύβουν κάτι. Δεν έλεγε πολλά, αλλά ήταν συνέχεια εκεί, σαν να περιμένει να σε κοιτάξει τη μόνη στιγμή που την κοιτάς κι εσύ. Στα χαμηλόφωτα της ταβέρνας έμοιαζε πιο νέα, πιο ανεξήγητη. Ο ήχος της φωνής της – λίγο τραχιά, όχι γλυκερή – μου άρεσε χωρίς να θέλω να το δείξω.
Κατάλαβα πως κάτι γίνεται, όταν την ώρα που λέγαμε ένα αστείο, άγγιξα κατά λάθος το χέρι της πάνω στο τραπέζι. Μια σπίθα πέρασε, λες και είχαμε μιλήσει από πριν και ξέραμε ότι αυτό θα γίνει. Δεν τραβήχτηκε. Μονάχα χαμογέλασε λίγο, αλλά τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου. Είπα τότε “συγγνώμη”, αλλά δεν το εννοούσα. Να κάτσω άλλο λίγο εκεί, ήθελα.
Μετά το φαγητό, προέκυψε να φύγουν όλοι σχεδόν, κι εμείς μείναμε, χωρίς πρόγραμμα – εγώ, αυτή και η βροχή έξω. Με ρώτησε αν θέλω να πάμε βόλτα, και, πώς να το πω, ούτε που το σκέφτηκα. Ήθελα.
Περπατήσαμε προς τη θάλασσα, κάτω απ’ τις τέντες των μαγαζιών – νιώθαμε κι οι δυο λες και κρυβόμασταν από κάτι. Η βροχή έβρεχε το πλακόστρωτο, μυρίζε χώμα και αλάτι, τα φώτα θολά, το χέρι της κάπου-κάπου ακουμπούσε το δικό μου, επίτηδες. Όχι κατά λάθος. Μιλούσαμε για άσχετα – για μια παλιά μας ιστορία, για το τι δουλειά κάνει, για κάτι ταινίες… Μα όλα ήταν πειραγμένα απ’ το βλέμμα, σαν να μην έλεγαν όσα θέλαμε στ’ αλήθεια να πούμε.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στο σημείο που η θάλασσα χτυπάει το μικρό τσιμέντο. Έβρεχε ακόμα, αλλά ούτε που έδινε σημασία κανείς μας. Καθίσαμε εκεί, στα σκαλοπάτια, εκείνη τράβηξε τη ζακέτα γύρω της κι εγώ έβαλα το ένα χέρι στην πλάτη της, απλά έτσι, να μην κρυώσει. Το δικό της χέρι γλίστρησε πάνω από το δικό μου. Δεμιλάγαμε. Μόνο αναπνοές, οι σιωπές μας πιο βαριές κι από τα λόγια.
Της είπα: «Σου αρέσει η βροχή;», απλά για να σπάσω τη σιωπή. Γέλασε μισά, κάτι πήγε να ψιθυρίσει αλλά δεν πρόλαβε. Έσκυψε λίγο πιο κοντά, και τότε ήταν που το πρώτο της φιλί ήρθε αλλιώς, αβίαστα, πιο σιγανό απ’ όσο περίμενα αλλά πιο δυνατό από κάθε άλλη φορά. Έκλεισα τα μάτια μου, σαν να ήθελα να θυμάμαι για πάντα πώς ήταν αυτό το πρώτο άγγιγμα, που σε κάνει να σταματάς να ανασαίνεις για λίγο.
Δε χρειάστηκαν λόγια. Οι αναπνοές μας μπλέχτηκαν, μύρισα το άρωμά της, ένιωσα τους παλμούς που τόση ώρα προσπαθούσα να κρύψω. Έβαλε τα χέρια της γύρω μου – κι εγώ δεν ήθελα τίποτα άλλο. Ούτε σπίτια, ούτε δωμάτια. Μόνο εκεί, εκείνο το τσιμεντένιο σκαλί, μια νύχτα με βροχή.
Περάσαν αρκετά λεπτά έτσι. Κάθε τόσο με κοιτούσε βαθιά στα μάτια, και σαν να με ρωτούσε σιωπηλά: “Θα αφεθείς;” Και όσο τα βλέμματά μας έρθουν πιο κοντά, τόσο το ένιωθα πιο αληθινό, πιο υπόγειο.
Γυρίσαμε – δε θυμάμαι καν πώς. Ο δρόμος βρεγμένος, όλη η πόλη ένας γλυκός, υγρός λαβύρινθος. Κρατιόμασταν χέρι-χέρι. Πάνω στα πλακάκια που γλίστραγαν, γελούσαμε πού και πού δυνατά, τάχα για κάτι μικρό, ενώ στην ουσία ήμασταν κι οι δυο λίγο ζαλισμένοι απ’ ό,τι είχε γίνει.
Στη γωνία της πολυκατοικίας, κοντοστάθηκε. “Αύριο δουλεύω πρωί”, μου είπε, αλλά ήξερα πως δεν ήθελε να φύγω. Της έδειξα τα μαλλιά της που είχανε φτάσει να κολλάνε στο μάγουλό της από τη βροχή. Τη φίλησα ξανά, αυτή τη φορά πιο σίγουρα – και μου χαμογέλασε έτσι ζεστά, που κατάλαβα, ότι κάπου εκεί έκλεισε η στροφή για εμάς.
Εκείνη τη νύχτα, γύρισα σπίτι και δεν έκλεισα μάτι. Η βροχή ακουγόταν ακόμα στο παράθυρο. Έπαιρνα την ανάσα της απ’ το λαιμό μου κάθε λίγο και φανταζόμουν τα χέρια της να μ’ αγγίζουν, εκείνο το κοφτό γέλιο της να γεμίζει το μικρό μου σαλόνι. Ξημέρωσα χαμογελαστός, με ένα παράξενο γλυκόπικρο αίσθημα αναμονής.
Την είδα μετά από μια βδομάδα ξανά. Καμία λέξη δεν ήταν ίσια όπως πριν. Τα πάντα γύρω μας έμοιαζαν αλλιώς – και δεν ξέρεις αν όλα θα μείνουν έτσι, για πάντα ή για λίγο. Αλλά και μόνο που έζησα αυτό το βράδυ, ένιωσα ξανά δεκαοχτώ χρονών – κι ας έχω πατήσει τα σαράντα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.