Ερωτικές Ιστορίες – Το αθόρυβο καλοκαιρινό σκίρτημα με τη Ματίνα στη Σαλαμίνα

Δεν ήμουνα ποτέ από τους τύπους που θα έλεγες τολμηρούς στα ερωτικά. Πιο πολύ ήμουνα παρατηρητής. Στις μεγάλες παρέες καθόμουνα μια άκρη, έπινα την μπύρα μου και γελούσα με τους άλλους που κάνανε τις φιγούρες τους. Εγώ μέσα μου, τότε, σκεφτόμουνα πως αυτά, τα ερωτικά, έρχονται κάπως μόνα τους, χωρίς πολλά λόγια και μαγκιές. Κι έτσι, δεν έκανα ποτέ πρώτος κίνηση. Ό,τι είχα ζήσει, είχε κάτσει μόνο του στη ζωή μου, χωρίς κυνηγητό. Μέχρι που γνώρισα τη Ματίνα.

Ήτανε ένα βράδυ τέλη του Ιούλη, στο μπαράκι δίπλα στη γειτονιά μου στη Σαλαμίνα. Είχα κατέβει με τον πιο παλιό φίλο μου, τον Λευτέρη. Η αλήθεια είναι, εκείνο το βράδυ, από ώρα σε ώρα το ένιωθα πως κάτι θα γίνει. Ζέστη από αυτές που σε κολλάνε πάνω στο δέρμα σου, σωστό μούσκεμα ήμασταν όλοι, κι όμως δεν μας ένοιαζε. Ο καπνός, οι φωνές, γέλια. Μεσ’ στο μαγαζί, από τα ηχεία έπαιζε κάτι παλιές ροκιές. Κι εγώ, γυρνάω, και την πετυχαίνω. Στεκότανε λίγο παραπέρα, εκεί κοντά στο παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Μαλλιά μαύρα, πιασμένα ψηλά, περίεργα μάτια, λες και γελάγανε μόνιμα. Με είχε πιάσει να την κοιτάζω, το κατάλαβα, και μου χαμογέλασε, κάπως πονηρά. Απ’ αυτές τις γρήγορες ματιές που δεν λες τίποτα, μα νιώθεις ένα τσίμπημα στην κοιλιά.

Πέρασε λίγη ώρα, να σου και περνάει δίπλα μου. “Μήπως έχεις φωτιά;” μου λέει, κι αρχίζει να ψάχνει στη μικρή τσάντα της για τσιγάρο. Δεν είχα αναπτήρα, αλλά το ωραίο ήταν πως δεν είχε σημασία. Έπιασε συζήτηση ούτως ή άλλως. Μάθαινα ότι δούλευε στην Αθήνα, βρέθηκε στη Σαλαμίνα για τριήμερο με φίλες. Δεν μιλούσαμε πολύ, όμως οι σιωπές μας είχαν κάποιο νόημα. Κάτι σαν μικρές εξετάσεις αντοχής. Με κοίταζε και χαμογελούσε, εγώ έσπαγα τα δάχτυλα από τη νευρικότητα.

Κάθε φορά που στρεφόταν η προσοχή αλλού—ένας φίλος, μια φωνή, κάτι—γύριζε σε μένα πάλι. Και η βραδιά προχωρούσε… Έξω, είχε πιάσει αεράκι, τα μαλλιά της ξεφεύγανε από το πιάσιμο και πέφτανε στα μάτια. Κάποια στιγμή της το ’πα, «θα στα φτιάξω εγώ, έλα εδώ». Έσκασε στα γέλια, κι εγώ με χέρια που τρέμαν, τύλιξα τα μαλλιά της γύρω απ’ το χέρι μου και τα ‘δεσα στη θέση τους με το λαστιχάκι της. Αν με άγγιζε ρεύμα, πιο λίγο θα ένιωθα. Εκείνη έμεινε λίγο κοντά, πολύ πιο κοντά από το “τυπικό”, για τα μέτρα που ήξερα ως τότε.

Μία λέξη έφερε την άλλη, τα γέλια δέσανε, τα χέρια μας βρήκανε ευκαιρία και αγγίχτηκαν πρώτα δήθεν τυχαία, μετά όλο και πιο ξεκάθαρα. Η Ματίνα είχε κάτι που με έκανε να ξεχνάω διαρκώς την υπόλοιπη παρέα. Άρχισε να χαμηλώνει η μουσική, άδειασαν τα τραπέζια. Γλίστρησε σιγά σιγά το χέρι της στη μέση μου και με τράβηξε προς την έξοδο. Χωρίς κουβέντα. Βρεθήκαμε να περπατάμε στους μισοσκότεινους δρόμους πλάι στη θάλασσα, ούτε ήξερα πού πάμε. Μιλούσαμε λιγότερο, κι η σιωπή ήταν σαν να ζυγίζει κάθε μας βήμα.

Φτάσαμε σε ένα παγκάκι εκεί μπροστά στο κύμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, φεγγάρι γεμάτο. Καθίσαμε πλάι-πλάι, τόσο που ένιωθα τη ζέστη του σώματός της να περνάει στα πλευρά μου. Το χέρι μου πήγε κι έπιασε το δικό της, και αμέσως εκείνη το έσφιξε—ένα σινιάλο, πως είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Γύρισε και με κοίταξε, όπως και πριν, μα τώρα τα μάτια της γυαλίζανε λίγο από τα φώτα και λίγο, νομίζω, από το μέσα της. Δεν σκέφτηκα πολύ, απλώς πλησίασα και τη φίλησα. Ήταν απαλό, πρώτο φιλί, αλλά την ίδια στιγμή είχε όλη εκείνη την ένταση και την αγωνία των προηγούμενων ωρών που πια ξέσπαγε.

Δεν προχώρησε εκείνο το φιλί παραπάνω εκείνο το βράδυ, ούτε και χρειαζόταν. Μείναμε έτσι, να χαζεύουμε τη θάλασσα, μιλούσαμε σιγά για όλα κι ας μη θυμάμαι πια τι ακριβώς. Το σημαντικό ήταν πως, για πρώτη φορά, είχα νιώσει αυτή τη γλύκα που έχει η προσμονή, όταν δεν θέλεις να τελειώσει τίποτα. Περπατήσαμε πίσω στο ξενοδοχείο της, ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Σταθήκαμε στην είσοδο, και πριν μπει μέσα, γύρισε και με ξαναφίλησε. Μια βραδιά πριν όλα αλλάξουν, αλλά χωρίς ακόμα να ξέρεις πού πάει το πράγμα.

Την επόμενη μέρα, φύγανε με τα κορίτσια της, αλλά μιλήσαμε κι άλλες φορές μετά. Εκείνο το βράδυ όμως, έμεινε μέσα μου σαν το πρώτο μου αληθινό, καλοκαιρινό, αθόρυβο σκίρτημα. Πιο πολύ από το φιλί, ήταν όλα όσα προηγήθηκαν, τα βλέμματα, τα άγγιγμα, οι σιωπές που τελικά γεμίζουν τον αέρα με όσα δεν λέγονται εύκολα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.