Ερωτικές Ιστορίες – Μια νύχτα στο νησί με τη μυστηριώδη ξανθιά ταξιδιώτισσα

Θα σου πω μια ιστορία που δεν την έχω πει σε κανέναν. Ούτε καν στον κολλητό μου δεν τόλμησα να την πω, γιατί, πώς να το πω, μοιάζει παράξενη και την ίδια στιγμή γλυκιά, σαν κρυφό άγγιγμα κάτω από το τραπέζι. Έγινε πέρσι το καλοκαίρι, κάπου στις αρχές του Ιούλη, τότε που όλα μυρίζουν ζέστη, ιδρώτα και γιασεμί, ξέρεις, όπως μόνο τα καλοκαίρια στην Ελλάδα ξέρουν να σε τυλίγουν.

Εγώ ήμουνα σε κείνο το νησάκι, όχι τίποτα τουριστικό, πιο ήσυχο, που πάμε κάθε χρόνο με τους φίλους, να ξαναβρούμε λίγο τον εαυτό μας. Είχα μόλις χωρίσει τότε, όχι άσχημα, αλλά… πώς να το πω… ένοιωθα σαν να είχα αφήσει κάτι μισό πίσω μου και μου έτρωγε το μυαλό. Ένα βράδυ, λοιπόν, στο γνωστό μπαράκι του λιμανιού, καθόμουνα μόνος μου στη γωνία. Είχα πιει ένα δυο ούζα – που να ορκιστώ για τον αριθμό, ήταν απ’ τα βράδια εκείνα που δεν μετράς ποτήρια, μετράς μονάχα στιγμές.

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε γέλια, μπλουζ μουσικούλα και φώτα που θολώνουν, βλέπω απέναντι μια κοπέλα. Ξανθά μαλλιά, μακριά, να της πέφτουν όλο χάρη στην πλάτη. Μάτια, δε θα σου πω το χρώμα – ήταν απ’ αυτά που αλλάζουν, μια γίνονται γκρίζα, μια πράσινα, αναλόγως το φως και το κέφι. Χαμογελούσε στον φίλο της, αλλά το δικό της το βλέμμα είχε πέσει πάνω μου, λες και καταλάθος ήλθε, αλλά κάθισε παραπάνω από ό,τι πρέπει εκεί.

Δεν ξεκολλήσαμε τα μάτια ο ένας από τον άλλο όλο το βράδυ. Εκείνη μιλούσε, γελούσε, μα ένα κομμάτι της, το ήξερα, ήταν μαζί μου, πλάι μου. Κι εγώ, κάθε φορά που πήγαινα να κοιτάξω αλλού, κάτι με γύρναγε πίσω, να τη βρω. Ήπια άλλα δυο, βγήκα έξω στη σκάλια να κάνω τσιγάρο, κι εκεί ήταν ξαφνικά δίπλα μου. Μ’ακουμπάει απαλά στον ώμο και μου λέει: «Σ’ έχω δει να κοιτάς, θέλεις κάτι;» Λίγο έλειψε να μου κοπεί η φωνή. Της απαντώ: «Να… δεν ξέρω τι να πω, μάλλον θέλω να σ’ ακούσω…», κάτι χαζό, αλλά ήταν αλήθεια.

Χαμογελάει πάλι, κάνει μια κίνηση με τα μαλλιά. «Πάμε μια βόλτα ως το μουράγιο;» μου λέει, «έχει φεγγάρι σήμερα». Και περπατάμε οι δυο μας μέσα στη νύχτα, χωρίς να μιλάμε πολύ. Τα βήματά μας να χτυπάνε στην πέτρα, η θάλασσα να γυαλίζει κι εμείς να μην αγγίζουμε ακόμα ο ένας τον άλλο. Κάποτε, σταματάει, γυρίζει και με κοιτάει – από κοντά τα μάτια της ήταν αληθινό φως. Μου έπιασε το χέρι, έτσι ήσυχα, ούτε καν με δύναμη, μόνο για να νιώσουμε τον παλμό – εκείνο το περίεργο ρεύμα που τρέμει μέσα στο δέρμα όταν κάποιος σε αγγίζει αλλιώς.

Δεν ξέρω πόση ώρα περπατήσαμε χωρίς να μιλάμε. Κάναμε μια στάση σ’ ένα σημείο που βλέπεις όλο το πέλαγος, βαθυγάλανο, σαν χάσμα. Γύρισε προς το μέρος μου, τόσο ήσυχα, και ακουμπήσαμε τα μέτωπά μας μαζί, χωρίς να φιληθούμε, μόνο για να νιώσουμε ο ένας την ανάσα του άλλου. Τα χέρια της έτρεμαν λίγο, χαμογελούσε αμήχανα, κι εγώ ένιωθα σα να γνώριζα πάντα αυτή τη στάση, αυτό το άγγιγμα, αυτή την αναμονή.

«Σ’ αρέσουν τα μπάνια νύχτα;» με ρώτησε χαμηλόφωνα. Δεν ήξερα τι να πω, ίσως και να μην άκουσε απάντηση. Έβγαλε τα παπούτσια της, τα άφησε δίπλα στο βράχο, και κατέβηκε στα ρηχά. Έπιασα κι εγώ μιμήθομαι, τα ίδια βήματα. Μπήκαμε μαζί στο νερό, σιωπηλοί. Είχε κάτι το διάφανο εκείνο το βράδυ, το φεγγάρι κολλημένο πάνω στα κυματάκια και το νερό να κρυώνει το σώμα μας στην αρχή, μετά να το ξυπνάει.

Κολυμπήσαμε λίγο δίπλα-δίπλα. Τα σώματά μας απλώς γλιστρούσαν κοντά και μακριά, χωρίς να αγγίζουν, μόνο να υπονοούν. Σε μια στιγμή, γύρισα και είδα το πρόσωπό της μισό θαμμένο στο νερό, τα μάτια της να αστράφτουν. Πλησίασε και απλώς ακούμπησε τα δύο χέρια της στους ώμους μου, σαν να θέλει να με κρατήσει, αλλά και να μην τολμάει να το κάνει με ολόκληρη την ψυχή της.

Κοντά, τόσο κοντά, αλλά ακόμα τίποτα. Η αναμονή πύκνωσε τον αέρα, μα ήταν γλυκό αυτό το «τίποτα» – σουρουπωμένη επιθυμία, που παλεύει να γίνει πραγματικότητα και φοβάται μην τη σκοτώσει το φως. Κάποια στιγμή, τα σώματά μας απλώς ήρθαν και ακούμπησαν έτσι απαλά, με προσοχή, και το φιλί ήρθε σαν αλήθεια που δεν παίρνεις πίσω. Δεν είχε λαιμαργία, ήταν κάτι πιο ήσυχο, που φοράει ακόμα αμφιβολία – πιο πολύ το δέχεσαι, παρά το ζητάς.

Βγήκαμε απ’ το νερό, γυμνοί σχεδόν, χωρίς να νιώθουμε αμηχανία. Τυλιχτήκαμε μέσα στη βραδινή πετσέτα της, καθίσαμε αγκαλιά σε μια πέτρα κοιτώντας την άκρη του κόσμου να φωσφορίζει. Μιλούσαμε σιγανά, απλά λόγια, χωρίς βάρος. Μου είπε ότι το επόμενο πρωί έφευγε, ήτανε περαστική απ΄ το νησί. Κι εγώ, άντεξα να το ακούσω μόνο επειδή το ήξερα απ’ την αρχή πως δεν ήταν υπόσχεση, παρά μια νύχτα που γράφεται στο κορμί σου και δεν φεύγει, κι ας τελειώνει η ίδια.

Τα μάτια της έμειναν μαζί μου λίγους μήνες ακόμη, και το άρωμα της θάλασσας στα χέρια μου κάθε που με έπιανε η μοναξιά. Κι από τότε, όταν πάω στο ίδιο νησί και περνάω απ’ το μουράγιο, πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάει κατά πού περπατήσαμε κι οι δυο, ψάχνοντας εκείνη τη στιγμή που ήσουν με κάποιον που δεν θα ξαναδείς, αλλά θα σε θυμάται κάποια βράδια που θα μοιάζουν ίδια.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.