Ξέρεις, κανείς δεν σε προειδοποιεί πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή σου από μια βραδιά που ξεκινάει εντελώς συνηθισμένα. Εγώ εκείνο το βράδυ βγήκα έτσι, χωρίς μεγάλο σχέδιο. Ο ξάδερφός μου με τράβηξε κυριολεκτικά απ’ το μανίκι – «Έλα, ρε, να πιούμε ένα ποτό, έχουμε καιρό να τα πούμε». Είχα κουραστεί από τη δουλειά, το κεφάλι καζάνι, αλλά είπα δε γαμιέται, πάμε, καλύτερα απ’ το να γεμίζω το τασάκι μόνος στο σπίτι.
Το μαγαζί ζεστό, όχι τίποτα ψευτοκυριλέ. Μυρωδιά από ποτό, λίγο τσιγαρίλα, κόσμος της γειτονιάς. Στη γωνία το γνωστό τζουκ μποξ να βγάζει λαϊκά – λες και τραγουδάει ακριβώς για τα χάλια μας εκείνη τη μέρα. Ήπιαμε τα πρώτα ποτά λίγο βουβά, ο Μάκης, ο ξάδερφος, έλεγε τα δικά του, εγώ άκουγα και χάιδευα αφηρημένα το ποτήρι.
Κάποια στιγμή την είδα. Χοντρά μαλλιά σκούρα, ματιά παιχνιδιάρα· δεν κοίταξε κατευθείαν, αλλά σαν να ήξερε πως θα γυρίσω το βλέμμα μου. Ήρθε με δύο φίλες της, κάθισαν στο δίπλα τραπέζι. Το ‘νιωσα, δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό… να σε καρφώνει μια παρουσία κι ας μη δίνει σημασία επιτηδευμένα.
Την κοίταζα χωρίς ντροπή – θα πεις αγένεια· εγώ το λέω ανάγκη. Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια στην αρχή, αλλά μετά άρχισε κι αυτή, δήθεν τυχαία, να με κοιτάει στα κλεφτά. Δεν υπήρχε εκείνη την ώρα άλλη φωνή, άλλος ήχος στο μαγαζί για μένα. Έγινε παιχνίδι, πλαγιαστά βλέμματα, καμώματα με τα δάχτυλα στο ποτήρι, κάτι νευρικά γελάκια στα κορίτσια της – τη διάβαζα λες και ήξερα ποιες σκέψεις έκανε.
Ο Μάκης συνέχιζε να λέει τα δικά του, κι εγώ είχα χαθεί αλλού — δυο τραπέζια πιο κει, τα λόγια γίναν βάρος. Σηκώθηκε να βγει για τσιγάρο, κι όταν γύρισε, έφερε μαζί του ένα γύρω ενέργεια, λες κι είχε πάρει είδηση τι παίζεται. «Ρε δε πας να την κεράσεις κάτι; Σου ρίχνει ματιές το μωρό, θα χαθείς;» μου ψιθυρίζει με ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού, και κάτι μου έκανε αυτή η φράση. Του ‘γνεψα κι έπιασα θάρρος — παλιό το κόλπο, αλλά καμιά φορά θέλεις να σου το θυμίσει κάποιος.
Σηκώνομαι λοιπόν, πάω στο μπαρ, παίρνω δύο ποτά. Χαμογέλασα στις φίλες της, της έσκυψα λίγο το ποτήρι – «Στην υγειά σου». Δεν είπε πολλά, μόνο πήρε το ποτήρι και ακούμπησε το χέρι της στο δικό μου. Αυτό ήταν, δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Ένιωσα τη ζέστη της, έμεινα να τη κοιτάζω. «Μη με κοιτάς έτσι», μου ψιθυρίζει, «θα το καταλάβουν οι φίλες μου». Της χαμογέλασα – «Δεν μπορώ αλλιώς».
Εκείνη τη στιγμή, το μαγαζί μπορούσε και να καεί, δεν θα το καταλάβαινα. Ήταν σαν να κουρνιάσαμε οι δυο μας σε μια γωνιά, άσχετο αν ήμασταν στη μέση του κόσμου. Άρχισε ο ένας να παίζει με τις σιωπές του άλλου. Πεταχτές κουβέντες ανάμεσα σε γουλιές, ένα φευγαλέο χάδι στα δάχτυλα, όταν δεν έβλεπε κανείς.
Τα λόγια δεν έλεγαν πολλά, η ένταση ήταν αλλού. Σε μια γωνιά με άγγιξε επίτηδες δήθεν κατά λάθος, το χέρι της πάνω στο δικό μου καθώς έκανε πως χαζεύει τη βραχιόλα της. Το δέρμα της ζεστό, γεμάτο νεύρο. Δεν ήξερα τ’ όνομά της, αλλά την ήξερα ήδη. Είδα την αναπνοή της να αλλάζει, ένα μικρό ρίγος που πέρασε στα χέρια μας κι έμεινε εκεί σαν υπόσχεση.
Τα κορίτσια κάπου το πήραν χαμπάρι και να τα πειράγματα, αλλά δε μας ένοιαζε πλέον. Κλείσαμε το βράδυ σ’ ένα παγκάκι παραέξω απ’ το μαγαζί. Εκεί μίλησαν τα κορμιά, ξαφνικά τα χέρια μας άρχισαν να μπερδεύονται αληθινά – δεν περιγράφεται αυτό, ήταν ανάγκη και σβήσιμο μαζί.
«Πού μένεις;» με ρώτησε. «Πέντε δρόμους πιο κάτω», της λέω. Γέλασε και ήρθε κοντά μου. Βάλαμε το δρόμο κάτω από τα πόδια μας, χωρίς πολλά λόγια – εκείνο το πάτημα στο πεζοδρόμιο είχε μια βιασύνη, μια αγωνία. Δεν κρατιόμασταν, αλλά το ζούσαμε κιόλας, κάθε βλέμμα μας έλειωνε, κάθε ανάσα έλιωνε στο στόμα.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι μου, ανεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες. Δεν υπήρχε τίποτε δύσκολο, τίποτε περίεργο — μόνο δυο άνθρωποι που τους τραβάει κάτι σαν ρεύμα. Η πρώτη στιγμή που έμεινε η πόρτα πίσω μας κλειστή, ήταν σιωπή και ένταση μαζί. Την τράβηξα στο στέρνο μου, έχωσα το πρόσωπο στα μαλλιά της που μύριζαν βροχή και λακ. Με φίλησε εκεί, αθέλητα. Γύρισε το κεφάλι κι ακούμπησε τα χείλη της αργά στα δικά μου, ακριβώς όπως το φαντάστηκα τόση ώρα.
Δεν έχω ξανανιώσει πιο ζωντανός — να τρέμει το κορμί μου μόνο και μόνο απ’ το άγγιγμά της, να ακουμπάει το χέρι της στο λαιμό μου κι εγώ να καίω. Το στόμα έγινε χάρτης, περνούσε πάνω μου αργά, τα μάτια μας ανοιχτά, σχεδόν τρόμαξε ο ένας απ’ την επιθυμία του άλλου. Κάναμε έρωτα σχεδόν ψιθυρίζοντας, με εκείνο τον φόβο να μη ξυπνήσουμε τα φώτα του διαδρόμου. Ούτε φωνές, ούτε βιασύνες. Μόνο δυο κορμιά που ζητούσανε να χαθούν, να ενωθούν σε μια καινούργια σιωπή.
Μετά, ξάπλωσε δίπλα μου, με το κεφάλι της στο στήθος μου. Την ένιωθα να ανασαίνει. Σκεφτόμουν πώς κάτι τόσο απλό γίνεται τόσο δυνατό: δυο μάτια, δυο χέρια, μια βραδιά που αλλάζει τη ζωή σου. Μη με ρωτήσεις τι έγινε μετά — κάποιοι λένε μην ψάχνεις τα αύριο, μεταξύ μας είχαν δίκιο. Το μόνο που έμεινε ήταν εκείνη η στιγμή που άκουσα το «μη με ξεχάσεις» στο αυτί μου και χαμογέλασα στη νύχτα, ξέροντας ότι τέτοια πράγματα δεν ξεχνιούνται.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.