Ερωτικές Ιστορίες – Μια καλοκαιρινή νύχτα στο νησί με τη μυρωδιά του γιασεμιού

Δεν ξέρω αν σου έχει τύχει ποτέ να μπεις σ’ ένα καφενείο και να νιώσεις σα να σταματάει ξαφνικά ο χρόνος, αλλά σε μένα, εκείνη τη νύχτα, έτσι ακριβώς έγινε. Ήταν μετά τη δουλειά, κατακαλόκαιρο, ζέστη, μ’ εκείνο το βαρύ, απογευματινό αεράκι που μυρίζει θάλασσα, ιδρώτα και γιασεμί, όλα μαζί. Πήγα για μια μπίρα, τίποτα σπουδαίο, να ξεχαστώ λίγο. Εκεί τη συνάντησα, πρώτη φορά. Δεκαετίες είχα να νιώσω έτσι: σα να ξύπνησε κάτι που ήμουν σίγουρος ότι είχε σβήσει μέσα μου.

Καθόταν μόνη σ’ ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο, ένα απλό φόρεμα που αγκάλιαζε τους ώμους της, μαύρα μαλλιά μαζεμένα πρόχειρα, ένα πρόσωπο που έδειχνε όρεξη για κουβέντα αλλά και μια κούραση απ’ τη μέρα. Έπιασα τον εαυτό μου να τη χαζεύει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, να ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε φορά που σήκωνε το ποτήρι της, κάθε φορά που χαμογελούσε — δεν ήταν μόνο το βλέμμα της, ήταν κι αυτή η γλύκα που έβγαινε όταν κούναγε το κεφάλι της κάπως διστακτικά, σαν να έκρυβε μέσα της όλο το καλοκαίρι.

Ξέρεις πώς γίνεται… λες θα πάω να μιλήσω, μετά κόβεις φόρα, λες «άσε μη φανώ και λιγούρης», μετά λες «μια ζωή μ’ αυτό το άγχος», μα στο τέλος κάτι σε σπρώχνει. Ξαφνικά ακούω τη φωνή μου, να λέει: «Να κεράσω;» Γύρισε και με κοίταξε με μια φροντίδα, σα να ‘ξερε πριν από μένα τι χρειάζομαι. Χαμογέλασε πλατιά, ήπιε μια γουλιά και μου έκανε χώρο, ήσυχα και φυσικά, σα να καθόμασταν μαζί εδώ και χρόνια.

Αρχίσαμε απ’ τα συνηθισμένα: δουλειές, οικογένειες, το νησί — μου ‘πε ότι έχει έρθει απ’ την Αθήνα, εδώ για λίγες μέρες, να ξεκουραστεί. Εγώ τάχα μου χαλαρός, μα μέσα μου να βράζω, να θυμάμαι τα εφηβικά μου, τότε που ζούσαμε για το άγγιγμα, για το μυστήριο του πρώτου φιλιού, για κάθε σφαλμένο χαμόγελο που λίγο ακόμη και θα ξέφευγε σε γέλιο ή δάκρυ. Τέτοια ήταν η βραδιά μαζί της: σιωπές γεμάτες νόημα, βλέμματα που αφήνανε ό,τι δεν λέγαμε να αιωρείται στον αέρα, ανάσες μπερδεμένες με τον καπνό που ανέβαινε σιγανά απ’ το τασάκι.

Δε μ’ ένοιαζε το ρολόι, είχα ξεχάσει τα πάντα γύρω μου. Εκείνη γυρνούσε που και που το βλέμμα της έξω, στη σκοτεινιά, λες κι αναζητούσε κάτι στα φώτα της προκυμαίας. Μια στιγμή έτσι, χωρίς πρόγραμμα, εκεί που το νησί ησύχαζε, κι ο κόσμος έμοιαζε μακρινός, εκείνη άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε το δικό μου πάνω στο τραπέζι. Ούτε πολλά λόγια, ούτε βιασύνες. Ήταν αυτό που λέμε: «σε νιώθω». Απλά, γήινα, σα να μιλούσαν τα χέρια μας· σιγανά, μα σταθερά. Ένα ρεύμα περνούσε απ’ τ’ ακροδάχτυλά της, μ’ ένα χάδι που κράταγε λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχεις χωρίς να πεις τίποτα.

Σηκωθήκαμε να φύγουμε σχεδόν μαζί — τη ρώτησα αν θέλει να τη συνοδέψω ως το ξενοδοχείο. Δεν απάντησε αμέσως, μόνο με κοίταξε πάλι, σήκωσε το ένα της φρύδι, χαμογέλασε αχνά, τυλίχτηκε με το σάλι της και μου ’γνεψε να πάμε. Η διαδρομή ως το δωμάτιό της ήταν γεμάτη από εκείνη την παράξενη σιωπή που περιμένεις τι θα γίνει, τι θ’ ακουστεί, αν θα πιαστεί πάλι κάποιο χέρι, αν θα βρεθεί αφορμή να σπάσει ο πάγος.

Όταν φτάσαμε, με ρώτησε αν θέλω να ανέβω για έναν καφέ. Είπα «ναι» τόσο γρήγορα που σχεδόν ντράπηκα, μα εκείνη δυό βήματα μπροστά, αεράτη γυρίζει να με κοιτάξει, και σα να συνομωτεί μέσα της ένα χαμόγελο που είναι και υπόσχεση και πρόσκληση μαζί. Το δωμάτιο λιτό· ένα παράθυρο που φτάνει σχεδόν στη θάλασσα, το γέλιο της να σπάει τη σιωπή, εγώ να στέκομαι αμήχανος, σα μαθητής που περιμένει διαγώνισμα.

Άναψε ένα μικρό φως κι έκατσε δίπλα μου, πολύ κοντά — τόσο που ένιωθα τη ζέστη του κορμιού της. Μιλήσαμε λίγο ακόμη, αλλά ήξερα πως κάθε κουβέντα ήταν απλά το κάλυμμα μ’ εκείνο που ερχόταν. Η ανάσα της έβγαινε αργή, ήσυχη… κι όταν έγυρε το χέρι της στον ώμο μου, κι όταν τ’ ακροδάχτυλά της βρήκαν το πιγούνι μου, όλα είχαν ειπωθεί από πριν, χωρίς κουβέντες.

Το πρώτο της χάδι ήταν δειλό αλλά γλυκό, σα να δοκιμάζει τα όριά της και τα δικά μου ταυτόχρονα. Στάθηκα να το νιώσω· ήθελα να το θυμάμαι αυτό το άγγιγμα, να κρατήσω κάτι από τη νύχτα για όταν θα φύγει. Τα χείλη της μύριζαν κρασί και κάτι άρωμα, σα γιασεμί της αυλής, μ’ ένα χαμόγελο που στα χρονιά θα θυμάμαι πάντα.

Δεν ξέρω πόση ώρα κύλησε — ήταν σαν να διαλυθήκαν όλα, χώρος κι χρόνος. Κρατηθήκαμε, παράξενα ήρεμα, σαν δυο άνθρωποι που βρεθήκαν μετά από καιρό, χωρίς να ξέρουν αν θα ξανανταμώσουν. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, κι εκεί, σε κείνη τη σιγαλιά, η ένταση είχε πιάσει πια το τέρμα. Με φίλησε απαλά, λες κι αποχαιρετούσε κάτι δικό της παλιό, που τώρα το ’δινε σε μένα.

Το πρωί φώτισε το δωμάτιο, έφερε φως και μ’ έβγαλε απ’ το όνειρο. Εκείνη, με γυρισμένη πλάτη, ήσυχη, ανάσαινε ήρεμα. Έμεινα λίγο να τη χαζεύω, να κρατήσω όσο μπορώ αυτή την εικόνα. Δεν είπαμε «θα ξαναβρεθούμε», ούτε δώσαμε όρκους ή υποσχέσεις. Μόνο ένα βλέμμα, μια ματιά που ακόμα με συνοδεύει.

Ξέρεις, τέτοιες νύχτες δεν χρειάζονται «μετά». Μένει μόνο η ανάμνηση, το άγγιγμα, η γεύση κι εκείνη η φευγαλέα βεβαιότητα πως για λίγο, έστω για μια φορά, όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.